at a glance
Top

Βλέποντας τo «Sweet Country»

κείμενο | μίλτος τόσκας */* επιμέλεια |  ιάκωβος καγκελίδης

τι ελπίδες έχουμε...

O Aβορίγινας σκηνοθέτης, Γουόργουικ Θόρντον επέστρεψε στην Μεγάλη οθόνη, μετά το «Samson and Delilah» και ξεκίνησε την παρουσία του από το περσινό Φεστιβάλ της Βενετίας, όπου κέρδισε το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής, ενώ στη συνέχεια τιμήθηκε ως η καλύτερη ταινία στο Τορόντο κι ήρθε για μία και μοναδική προβολή στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Το  «Sweet Country»  είναι ένα άκρως επίκαιρο Western επιβίωσης στην υπέροχη αυστραλιανή φύση, που αρνείται να δώσει εύκολες απαντήσεις.

Βόρεια Αυστραλία, περίπου στο 1920, εκεί τοποθετείται χρονολογικά το αληθινό στόρυ. Οι αγγλόφωνοι κατακτητές έχουν επιβληθεί σε μεγάλο βαθμό στις αυτόχθονες φυλές και χρησιμοποιούν, στην πλειοψηφία τους, αυτούς τους ανθρώπους ως σκλάβους. Πάντα όμως υπάρχουν εξαιρέσεις, γεμάτες ανθρωπιά και σεβασμό, όπως ο ιεροκύρηκας, που έχει πάρει υπό την προστασία του την οικογένεια του Σαμ. Ο ερχομός ενός νέου προσώπου κι οι αναπάντεχες συνέπειες της αλληλεπίδρασής του με τους πρωταγωνιστές, προάγει την πλοκή κι ανατρέπει τα δεδομένα μίας ήσυχης καθημερινότητας.

Γνωρίζουμε ένα μωσαϊκό ανθρώπων, που όλοι τους προσπαθούν να ζήσουν, κόντρα σε αντιξοότητες. Λευκοί και μαύροι σε μία γλυκιά πατρίδα, στη γη που κάποιος μας παρέδωσε, αλλά εμείς ξεπεράσαμε τα όρια, διότι υπερτιμήσαμε τις δυνάμεις μας. Και δυστυχώς, όποιος ξεχνάει την ιστορία και το παρελθόν του, επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. «Δεν μπορείς να ονειρευτείς, χωρίς παραδόσεις». Και δεν μπορεί να συμβεί αυτό, γιατί δεν έχεις ταυτότητα, μία πυξίδα να σε οδηγεί.

Ο Θόρντον τονίζει, πως με αυτή του την ταινία ήθελε να κοιτάξει όλες τις διαφορετικές πλευρές. Δεν έχει σκοπό να παρουσιάσει τον ρατσισμό, σαν ένα απλοϊκό ανόητο κακό, αλλά περισσότερο σαν μία συστημική πραγματικότητα της εποχής. Μέσα από την αμεσότητα του Κινηματογράφου, θέλει να μεταφέρει στο κοινό μία εμπειρία ανθρώπων που ζουν υπό κατοχή. Η προσέγγιση είναι σχεδιασμένη, ώστε να ρίξει τα πολιτισμικά όρια μεταξύ μας και να μας φέρει πιο κοντά.

Σαν μία αρχαία-σύγχρονη τραγωδία, με την τεχνική της προοικονομίας να ξεχωρίζει, μέσω έντεχνων flashback. Αυτός ο ευλογημένος τόπος αποτελεί έναν ακόμα χαρακτήρα, πλάι στους ηθοποιούς. Ειδικά, όσο μπαίνουμε στη ζούγκλα, οι εικόνες είναι μαγικές. Ανάλογες με αυτές του «Κυνηγιού των Αγριανθρώπων», μίας άλλης καταδίωξης στην Αυστραλία, με περισσότερο χιουμοριστικό περιεχόμενο τότε. Η καθολική απουσία δε της μουσικής, δίνει ακόμα πιο ρεαλιστικό τόνο, σε κάνει κομμάτι της δράσης.

Ο αινιγματικός, παραπλανητικός τίτλος γύριζε στο μυαλό μου καθ΄όλη τη διάρκεια της προβολής, μέχρι το φινάλε. Εκεί άκουσα τον Sam Neill να διερωτάται ρητορικά, «τι ελπίδες έχουμε, τι ελπίδες έχει αυτή η χώρα;» Και συνειρμικά το μυαλό μου έτρεξε στη δική μας χώρα, στη δική μας Ευρώπη, σε μία εποχή μάλιστα που ο φασισμός αναβιώνει. Τελικά το ουράνιο τόξο έλαμψε, το καλό άραγε θα επικρατήσει;