_προσωπικότητες

Ο μπαμπάς μας, Νίκος Γκάλης

Όταν ο θεός έπιασε τη σπυριάρα…

Ο Θωμάς, εκείνος ο άπιστος που τον γιορτάζουμε μια βδομάδα μετά το Αρνί, ήθελε να δει για να πιστέψει.

Ήθελε πρώτα να βάλει τα ακροδάχτυλά του εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων και μετά να αυτοκαλεστεί στο αναστάσιμο πάρτι. Άπιστος κι εγώ, χρειάστηκε να δω για να πιστέψω. Είδα, ξαναείδα, πάτησα το frame πολλές φορές και τελικά πίστεψα. Έχω ακούσει από το στόμα χιλιάδων πιστών το παγανιστικά προσωπολατρικό «Τι την έκανε την μπάλα ο Θεός» και έχω δει τον Νίκο Γκάλη να χορεύει στον αέρα, να σπάει τη μέση του με την ευλυγισία χορεύτριας των Μπολσόι και να σκοράρει. Τώρα πλέον ξέρω: είναι θεός μοναδικός. Ευλόγησε τη σπυριάρα, έβαλε το μπάσκετ στο σπίτι μας και γέννησε μια ολόκληρη γενιά πρωταθλητών.

Θα μπορούσα να κάνω ένα συμπαθητικό μνημόσυνο στον μεγαλύτερο αθλητή της χώρας, αλλά με έχουν προλάβει άλλοι, τα κόλλυβα μπαγιάτεψαν. Το πολύ το Κυριελέησον, εκτός από τον παπά, το βαριέται μάλλον κι ο θεός. Ποτέ δεν έχει σταματήσει η αποθέωση για τον Γκάνγκστερ κι ας έχουν περάσει πια 20 χρόνια από την τελευταία φορά που έπιασε την πορτοκαλί σε επίσημο παιχνίδι. Ήταν 18 Οκτώβρη 1994, όταν ο 37χρονος πλέον Nick, πικραμένος από την άδικη αντιμετώπιση από τον τότε προπονητή του Παναθηναϊκού, Κώστα Πολίτη, έμπαινε σε ένα ταξί και με το γνωστό παγωμένο ύφος του, έκλεινε οριστικά της πόρτα του ελληνικού μπάσκετ. Μια πόρτα που όταν, αρχή της δεκαετίας του ΠΑΣΟΚ, άνοιξε για τον ίδιο, δεν έμοιαζε σε τίποτα μ’ αυτήν που άφησε φεύγοντας. Είχε μεσολαβήσει μια δεκαπενταετία, στη διάρκεια της οποίας ο Νίκος Γκάλης έκανε το άθλημα του μπάσκετ στην Ελλάδα, δημοφιλέστατο, ελκυστικό και πανίσχυρο.

Αλλά είπαμε δε θα κάνουμε μνημόσυνο εδώ. Δε θα καταγράψουμε τις πενηντάρες που έβαζε για την πλάκα του, δε θα μιλήσουμε για την αξιοθαύμαστη πειθαρχία και την εργατικότητα που επέδειξε όπου κι αν αγωνίστηκε, για την άψογη φυσική του κατάσταση που τον κράτησε μακριά από τους συνήθεις τραυματισμούς, για την υπέροχη νεανική αφάνα του, για την αλά Μπάγιεβιτς εμφανή ανικανότητα να αφομοιώσει την ελληνική προφορά και άλλα τόσα σπουδαία και χαριτωμένα. Να συνεχίσετε αλλού την έρευνά σας. Εγώ για τον θεό, για τον γεννήτορα και το απόλυτο παιδικό μου πρότυπο δε θα μιλήσω. Δε θα σας πω για την κιτρινόμαυρη στολή με το νούμερο 6 και το παλιομοδίτικο κοφτό και σούπερ σέξι παντελονάκι που μου πήραν στα 7 μου. Ούτε ότι για χρόνια, μέχρι τουλάχιστον να αρχίσει τα τρελά του ο Μιχάλης ο Τζόρνταν, πετούσα ό,τι έβρισκα μπροστά μου φωνάζοντας «Ναι, ο Γκάλης! Αποφεύγει με σπάσιμο της μέσης τον θηριώδη Όντι Νόρις και σκοράρει με ταμπλό» κι άλλα διάφορα. Δε θα το κάνω αυτό.

Το αστείο της υπόθεσης είναι πως την πρώτη αγωνιστική ημέρα του Γκάλη στο ελληνικό πρωτάθλημα, μια μέρα σαν σήμερα καλή ώρα, ο Γκάνγκστερ αντιμετωπίστηκε πολύ επιφυλακτικά από τους «ειδήμονες» αθλητικογράφους. Εξάλλου ο μύθος του είχε προηγηθεί της φυσικής του παρουσίας, οπαδοί και δημοσιογράφοι περίμεναν να αντικρύσουν μια καλαθομηχανή με ύψος κοντά στα δυόμιση μέτρα. Αντ’ αυτού είδαν στο παρκέ του Παλαί ένα κοντό, τριχωτό και νευρικό αμερικανάκι. Ένα πιτσιρίκι που δεν είχε μάθει να είναι συμπαίκτης, αλλά παίκτης. Πριν το ντεμπούτο υπάρχει επιφύλαξη για τα νέα, ξενόφερτα ήθη που εισάγει στο άθλημα, νευρικότητα για το μέγεθος της επένδυσης και για τις επιπτώσεις της σε περίπτωση που ο Νικ δεν δικαίωνε του διοικούντες. Ο Νικόλαος Γεωργαλής του Γεωργίου και της Στέλλας, στις 2 Δεκεμβρίου του 1979, φοράει την κιτρινόμαυρη φανέλα με το 7 και μπαίνει στο Παλαί. Επάνω του κολλημένος ο Σωτήρης Σακελλαρίου, ίσως ο καλύτερος αμυντικός της εποχής. Απολογισμός της πρώτης εμφάνισης 30 πόντοι, αλλά με αρκετά χαμένα σουτ. Ο κόσμος μουδιασμένος αποχωρεί από το γήπεδο μουρμουρίζοντας για την αστοχία του, τα σχόλια στις εφημερίδες της επόμενης ημέρας πικρόχολα και μόνο ο Πατριάρχης Πεταλίδης ωρύεται: «Γράψτε ό,τι θέλετε, θα ‘ρθει η ώρα που θα τα πάρετε πίσω όλα». Στην προπόνηση της ομάδας, ο μυστακοφόρος Βαγγέλης Αλεξανδρής, τον παίρνει παράμερα και του λέει:
«Νίκο, έχασες πολλά σουτ»
«Από πού τα έχασα;», ρώτησε τσαμπουκαλεμένα ο μικρός.
«Από δω από δω από δω», προχωράει και δείχνει ο Τίγρης.
«Εσύ τι λες, θα τα ξαναχάσω;», ήταν η άμεση απάντησή του.
Και δεν τα ξανάχασε.

Στις 29/9 του 1995, ο Νίκος Γκάλης ανακοίνωσε επίσημα την αποχώρησή του από την ενεργό δράση. Είχε περάσει σχεδόν ένα χρόνο απέχοντας από τις υποχρεώσεις της ομάδας του, μετά από εκείνη τη βροχερή μέρα του Οκτώβρη στο κλειστό γήπεδο των Αμπελοκήπων. Τότε, ο Κώστας Πολίτης, αυτή η μπασκετική μετριότητα που χρωστά στον Γκάλη δημόσια συγνώμη, αποφάσισε να μην τον χρησιμοποιήσει στο βασικό σχήμα της ομάδας. Πικραμένος και προσβεβλημένος, ο 37χρονος πλέον θεάνθρωπος, αποχωρεί από τον πάγκο της ομάδας. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους, που συνεχίστηκε κυρίως με απέλπιδες και γενναίες προσπάθειες του Παύλου Γιαννακόπουλου να τον μεταπείσει, κάνοντας την αρχή με την απομάκρυνση του Πολίτη απ’ τον πάγκο της ομάδας.

Αυτό ήταν το τέλος που επεφύλαξε η μοίρα στον σπουδαιότερο αθλητή της χώρας μας, στον άνθρωπο που γλίτωσε τα παιδιά μας απ’ την πρέζα, έκανε τους Έλληνες να αγαπήσουν το μπάσκετ και τον αθλητισμό και λειτούργησε ως πρότυπο για μια ολόκληρη γενιά. Ο Νίκος Γκάλης έκανε το απίστευτο να μοιάζει εφικτό, αλλά κυρίως έκανε τον Έλληνα να πιστέψει για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία μας, πως με την εργασία και την μεθοδικότητα μπορεί να αγωνιστεί απέναντι σε οποιονδήποτε και τελικά να θριαμβεύσει.