_προσωπικότητες

Γουτεμβέργιος

Τύπος και υπογραμμός

«Την πρώτη της συγγραφική απόπειρα ολοκληρώνει η Σταματίνα Τσιμτσιλή»_

_διάβασα τις προάλλες, παγωμένος, συλλογιζόμενος τις συνέπειες της απειλής. Αν έχετε το κουράγιο, προσπαθήστε να σκεφτείτε τον κόσμο χωρίς τους «Μακιγιαρισμένους φόβους» του Γρηγόρη Αρναούτογλου, χωρίς το «Τα πάντα όλα» του Αλέφαντου, το "10 χρόνια και 54 ημέρες" της Δήμητρας Λιάνη-Παπανδρέου, το «Πιστοποιητικό αγνότητας» του Μίστερ Μπούτια, τις εκδόσεις Γεωργιάδη, τα έπη των Μαντά και Δημουλίδου. Ο κόσμος μας δεν θα ήταν ποτέ τόσο πολύχρωμος κι αστείος αν δεν έδινε την ευκαιρία στον Johannes Gensfleisch να βγάλει το μεράκι του προς όφελος της μηχανικής τυπογραφίας.

Ο Γουτεμβέργιος λοιπόν –αυτό επέλεξε ως καλλιτεχνικό, με το Gensfleisch δεν κάνεις καριέρα- γεννήθηκε στο Μάιντς της Γερμανίας κάπου ανάμεσα στο 1397 και 1400. Ήταν τα χρόνια που ακολούθησαν την επέλαση του Μαύρου Θανάτου που θέρισε τον πληθυσμό της Δυτικής Ευρώπης. Χρόνια γεμάτα προκαταλήψεις, θρησκευτικό φανατισμό και άγνοια. Για αιώνες ο κόσμος είχε βυθιστεί στα σκοτάδια του μεσαίωνα. Απλυσιά, αμορφωσιά, αρρώστια. Στον ελεύθερο μας χρόνο καίμε καμιά γειτόνισσα ως μάγισσα, κυνηγάμε με πονηρούς σκοπούς τις χήνες της λίμνης και όταν δεν βγαίνει το μεροκάματο χτυπάμε την πόρτα ενός από τα άπειρα μοναστήρια και εξασφαλίζουμε τα προς το ζην. Μέσα όμως σ’ αυτό το ερεβώδες σκότος, άρχισαν να σπινθηρίζουν μικρές λάμψεις. Τα πρώτα πανεπιστήμια κάνουν την εμφάνισή τους και η Γνώση προσπαθεί να ξεφύγει από τα στενά κοινωνικοοικονομικά δεσμά της και να μοιραστεί ως αντίδωρο στον κόσμο.

Τα βιβλία τότε, ήταν κάτι σαν τα υποβρύχια. Ήταν πανάκριβα και επομένως ήταν αδύνατο για έναν κοινό θνητό να αποκτήσει ένα. Ακόμη όμως κι αν τα κατάφερνε δεν θα είχε καμιά σημασία γιατί δεν θα γνώριζε ανάγνωση, οπότε θα το αντιμετώπιζε στην καλύτερη περίπτωση ως μαρουλόφυλλο. Τα βιβλία δημιουργούνταν κυρίως από καλόγερους, οι οποίοι θυσίαζαν τους αμφιβληστροειδείς χιτώνες τους αντιγράφοντας με το χέρι, εικονογραφώντας και ολοκληρώνοντας μετά από χρόνια ένα και μοναδικό αντίγραφο. Ήταν λοιπόν λογικό. Μόνο τις εργατοώρες να βάλεις, το βιβλίο μπορούσαν να το αποκτήσουν μόνο αρχιερείς, ευγενείς και ζάπλουτοι. Οι συνθήκες όμως πίεζαν, ο αέρας γινόταν πιο καθαρός. Όλοι οι επιχειρηματίες της εποχής είχαν αντιληφθεί την αναγκαιότητα δημιουργίας μιας τυπογραφικής μονάδας. Γνώριζαν πως τα κέρδη θα ήταν τεράστια, καθώς η ζήτηση αυξανόταν καθημερινά.

Ο Γουτεμβέργιος όλα αυτά τα χρόνια δεν καθόταν απλά να παρατηρεί τις εξελίξεις. Χρησιμοποιώντας ως πρότυπο τις πρέσες που χρησιμοποιούσαν κατά την παρασκευή κρασιού και έχοντας υιοθετήσει από τον Ολλανδό Λαυρέντιο Κοστέρ την ευφυέστατη ιδέα των κινητών τυπογραφικών στοιχείων, πειραματίζεται ακατάπαυστα και προχωρά σε βελτιώσεις του μηχανισμού του. Το κόστος είναι τεράστιο, τα δάνεια τρέχουν, αλλά αυτός συνεχίζει. Αυτή η εμμονή θα τον καταστρέψει οικονομικά, αλλά θα του προσφέρει κάτι που σίγουρα δεν είχε φανταστεί: την αιωνιότητα. Ξεκινάει να τυπώνει συγχωροχάρτια, τα οποία πουλούσαν εκείνη την εποχή σαν ζεστά κουλούρια και αφού έχει προσεγγίσει τον νούμερο ένα πελάτη της εποχής, την εκκλησία, προχωρά στην μεγαλειώδη έκδοση της Βίβλου σε 180 αντίτυπα.

Ήταν το 1455, δύο χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, όταν η τυπογραφία έκανε το πρώτο σταθερό βήμα της στον πλανήτη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά όλα έγιναν αστραπιαία. Ο εξορθολογισμός της λειτουργίας της εκκλησίας, η διάδοση της γνώσης, η λειτουργία βιβλιοθηκών και πανεπιστημίων. Με την ανακάλυψή του ο Γουτεμβέργιος ήταν αυτός που έκλεισε οριστικά τη βαριά, κατάμαυρη πόρτα του Μεσαίωνα και άνοιξε επιφυλακτικά την επόμενη, την πάμφωτη πύλη της Αναγέννησης. Ήταν η αρχή του ανθρώπου που παίρνει τη ζωή στα χέρια του, σκέφτεται, δρα, ανακαλύπτει. Ήταν ο προπάτορας του Τύπου, των άρλεκιν, των Μίκυ Μάους, των βίπερ, του κοσμοπόλιταν, της σούπερ Κατερίνας, της Βαβούρας και του μικρού Νικόλα. Ήταν η ημερομηνία γέννησης όλων μας.