_προσωπικότητες

Γκρέις Κέλι | Τελικά μπορεί κανείς να τα έχει όλα;

Οσκαρική ηθοποιός, σύμβολο της μόδας, πριγκίπισσα του Μονακό

Το όνομά της έχει συνδεθεί με την απόλυτη κομψότητα και παραμένει ως σημείο αναφοράς εξαιρετικού στυλ και έντονης γοητείας.

Η ζωή της όμως θα μπορούσε να αποτελεί δραματικό σενάριο κινηματογραφικής ταινίας αφού διαθέτει όλα τα απαιτούμενα συστατικά: καταγωγή από εύπορη οικογένεια, πολυτάραχη ερωτική ζωή, κινηματογραφική καριέρα, βασιλικό γάμο και αναπάντεχο θάνατο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Από μικρή η Κέλι ονειρευόταν να κάνει καριέρα στο θέατρο. Παρόλο που καταγόταν από εύπορη οικογένεια, δούλεψε ως μοντέλο για να συντηρήσει τις σπουδές της στο θέατρο. Μετά την αποφοίτηση της το 1948 εργάστηκε σε μία επιτυχημένη τηλεοπτική παραγωγή η οποία την οδήγησε στον πρώτο κινηματογραφικό της ρόλο, στην ταινία «Δεκατέσσερις ώρες αγωνίας». Καθώς ο ρόλος ήταν μικρός, η Γκρέις πέρασε απαρατήρητη με αποτέλεσμα να μην έχει άλλες προσφορές για αρκετό καιρό. Ένα χρόνο μετά ο ρόλος της στην επιτυχημένη ταινία «Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές» της χάρισε μεγάλη δημοτικότητα ανοίγοντας το δρόμο για τη λαμπρή καριέρα. Η Κέλι εργάστηκε συνολικά έξι χρόνια στο Χόλυγουντ και γύρισε συνολικά μόνο ένδεκα ταινίες από τις οποίες στις τρεις συνεργάστηκε με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Παρόλη την σύντομη καριέρα της, κατατάσσεται στις πιο αγαπημένες πρωταγωνίστριες του Χόλυγουντ. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει κατατάξει 13η στη λίστα με τις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών.

"Γνωρίζω ότι ο άνδρας μου δεν μου είναι πιστός, και αυτό με κάνει δυστυχισμένη"

Το 1952 η αδυναμία της Γκρέις για μεγαλύτερους αλλά και παντρεμένους συντρόφους έγινε εμφανής. Όταν συμπρωταγωνιστούσε με τον Γκάρι Κούπερ ερωτοτροπούσε τόσο με αυτόν όσο και με το σκηνοθέτη Φρέντ Ζίνεμαν. Από τις πρώτες της σχέσεις ήταν αυτή με τον καθηγητή της, Ντον Ρίτσαρντσον. Όταν η Γκρέις τον πήγε σπίτι της για να του συστήσει τους γονείς της, η μητέρα της έψαξε τα προσωπικά του έγγραφα και, τρομοκρατημένη, ανακάλυψε χαρτιά διαζυγίου και ένα κουτί προφυλακτικά. Έπειτα, η Γκρέις γνώρισε τον ηθοποιό Λαιονς Τζενε, επίσης παντρεμένο, αν και ο γάμος του τελούσε υπό αίρεση. Καθότι Ιρλανδός καθολικός, θα μπορούσε να έχει πάρει την πολυπόθητη έγκριση των γονιών της, όμως ήταν αλκοολικός. Κατόπιν, στη ζωή της μπήκε Κλαρκ Γκέιμπλ, ο πρωταγωνιστής του «Όσα παίρνει ο άνεμος», με τον οποίο γνωρίστηκαν το 1953 στα γυρίσματα του «Mogambo». «Μα τι άλλο μπορείς να κάνεις όταν είσαι μόνη με τον Κλαρκ Γκέιμπλ σε μια σκηνή στην Αφρική;» δήλωσε αργότερα. Ήταν αυτή η θερμή της πλευρά που αιχμαλώτιζε άνδρες όπως ο μετρ του ψυχολογικού θρίλερ, Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο οποίος πραγματικά τη λάτρευε.

Στη συνέχεια, ακολούθησαν οι σχέσεις με τον Ρέι Μίλαντ και τον Γουίλιαμ Χόλντεν, καθώς και τα ειδύλλια με τον Μπινγκ Κρόσμπι και το σχεδιαστή Όλεγκ Κασίνι. Το 1955, όμως, με τη συμμετοχή της στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, όλα άλλαξαν. Μεταξύ των επίσημων καλεσμένων του φεστιβάλ ήταν και ο πρίγκιπας Ρενιέ. Η γνωριμία του έγινε κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες καθώς ο πρίγκιπας είχε καθυστερήσει κατά μία ώρα για την προβολή της ταινίας και η Γκρέις ετοιμαζόταν να φύγει. Οι δύο τους αρραβωνιάστηκαν το Δεκέμβριο του 1955. Πριν από το γάμο η Γκρέις έπρεπε να κάνει τεστ γονιμότητας και οι οικογένειά της έπρεπε να δώσει προίκα αξίας 2 εκατομμυρίων δολαρίων. Τελικά το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Απρίλιο του 1956 στο παλάτι των Grimaldi, στην αίθουσα του θρόνου. Η νύφη φορούσε ένα ροζ ταφτά ταγιέρ με χειροποίητη δαντέλα, ενώ η δημόσια τελετή πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα. Οι 36 μοδίστρες που ανέλαβαν να το ράψουν χρειάστηκαν 6 εβδομάδες. Το σχεδόν 83 μέτρων πέπλο από τούλι το έραψαν καλόγριες, ενώ το καπέλο, με σχέδια από πουλάκια, ήταν καλυμμένο από αμέτρητες πέρλες. Ο πρίγκιπας Ρενιέ φόρεσε ένα κοστούμι που θύμιζε τις στολές του Ναπολέοντα.

Τα επόμενα 25 χρόνια, η πριγκίπισσα έπαιξε με επάρκεια το νέο της ρόλο, αν και σύντομα βαρέθηκε τη ζωή στο παλάτι και η αδυναμία της στο ποτό, δημιούργησε προβλήματα.
Με τον πρίγκιπα Ρενέ, απέκτησαν τρία παιδιά. Παράλληλα, βέβαια, λέγεται πως είχε και εξωσυζυγικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα με τον Φρανκ Σινάτρα. Ωστόσο, η άποψη που επικρατεί είναι ότι και ο πρίγκιπας δεν της ήταν πιστός. Η ίδια άλλωστε το είχε εκμυστηρευτεί κάποτε στην κομμώτριά της: «Γνωρίζω ότι ο άνδρας μου δεν μου είναι πιστός. Είναι πολύ αγχωτικό αυτό για μένα και με κάνει δυστυχισμένη».

Το 1981, λίγο μετά τους αρραβώνες της Νταϊάνα με τον πρίγκιπα Κάρολο, οι δύο γυναίκες άρχισαν να κάνουν στενή παρέα. Κάποια στιγμή, ενώ παρακολουθούσαν ένα μουσικό ρεσιτάλ η Νταϊάνα είχε αγχωθεί για το γεγονός ότι θα εμφανιζόταν μπροστά σε τόσους πολλούς δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο. Τότε η Γκρέις την καθησύχασε και φεύγοντας της είπε «Μην ανησυχείς, γλυκιά μου. Θα δεις, θα... χειροτερέψει».

Παρά τις φιλίες, όμως, πολλοί υποστηρίζουν ότι έβρισκε τη ζωή στο παλάτι πληκτική, ότι ένιωθε σαν να είναι κλεισμένη σε ένα χρυσό κλουβί. Το πρωινό της 13ης Σεπτεμβρίου του 1982, η Γκρέις Κέλι ζήτησε από το σοφέρ της να οδηγήσει η ίδια. Έτσι ξεκίνησε με τη μικρότερη από τις κόρες της, το 35λεπτο ταξίδι της επιστροφής στο Μονακό από την εξοχική τους κατοικία στο Roc Agel. Ήδη από το πρώτο 10λεπτο της διαδρομής, ο οδηγός που ακολουθούσε το αυτοκίνητο της πριγκίπισσας αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το αυτοκίνητο αναπηδούσε, καθώς περνούσε τη βουνοπλαγιά. Ο οδηγός της κόρναρε, καθώς πλησίαζαν στην επόμενη στροφή, την επονομαζόμενη και «Devil’s Curve» («Στροφή του Διαβόλου»). Το αυτοκίνητο επιτάχυνε και ξέφυγε από την πορεία του, προσκρούοντας στους βράχους. Τα φρένα δεν λειτουργούσαν και οι δυο τους δεν φορούσαν ζώνες. Ωστόσο, η κόρη της στάθηκε τυχερή και βγήκε, τρεκλίζοντας και κλαίγοντας με αναφιλητά, από το αμάξι. Η Γκρέις ανασύρθηκε από τους τραυματιοφορείς και διεκομίσθει σε νοσοκομείο του Μονακό. Εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν ότι είχε υποστεί εγκεφαλικό ενώ οδηγούσε. Έπεσε σε κώμα και πέθανε την επόμενη ημέρα, σε ηλικία 52 ετών.