_προσωπικότητες

To κορίτσι σύμβολο του Ολοκαυτώματος

Άννα Φρανκ, η κόρη του Όττο

Ακόμα δε μπορώ να ξεχάσω τη χαρά που πήρα όταν πήρα στα χέρια μου το ημερολόγιό σου.

"Σώθηκε και αυτό από την αποθήκη" μου είπαν. Μέρες πριν περπατούσα σαν φάντασμα στην πόλη. Για τρεις βδομάδες το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα χωρίς να ξέρω αν πρέπει τελικά να χαρώ ή να λυπηθώ. Να χαρώ που κάτι μου άφησες πίσω να σε νιώθω κοντά μου ή να λυπηθώ για την απουσία σου, για όλα όσα δεν πρόλαβες να ζήσεις και για όλα όσα έγραψες και εγώ αγνοούσα. Στην πραγματικότητα νιώθω αποτυχημένος. Ένας πατέρας που δεν ήξερε ή δε φρόντισε να μάθει το παιδί του. Που ο ίδιος επέζησε και "άφησε" να φύγουν η γυναίκα του και οι δυο του κόρες. Προσπάθησα όμως Άννα μου και θέλω να το ξέρεις καλά αυτό. Όταν σας πήρα από τη Γερμανία για να έρθουμε εδώ στο Άμστερνταμ ήταν για το καλό σας.

Ήξερες πόσο σας αγαπούσα και σένα και την αδερφή σου, τη Μαργκότ. Στιγμή δε σας ξεχώρισα όσο και αν εσύ ένιωθες αδικημένη. Ούτε εγώ, ούτε και η μητέρα σου. Πάντα ζήλευες, σε θυμάμαι από μωρό ακόμα. Μόνο που ακουμπούσα τη Μαργκότ έσκαγες από τη ζήλια σου. Και πήγαινες σε μια γωνιά και έσκαγες στο κλάμα. Και μόνο όταν σ' έπαιρνα αγκαλιά ηρεμούσες. Μου είχες υπερβολική αγάπη. Το ήξερα. Όμως Άννα μου, θέλω να ξέρεις πως ποτέ μου δε φαντάστηκα πως στην πραγματικότητα ένιωθες τόσο μόνη. Ίσως να έφταιγαν και οι συνθήκες που ζήσαμε όταν σας πήρα να κρυφτούμε στην αποθήκη στο Πρίσενγρατς, που δεν μ' άφηναν να ασχοληθώ με τίποτα άλλο. Και ΄συ με είχες πραγματική ανάγκη. Είχες παράπονα από μένα. Και με τη μητέρα σου όμως η σχέση σας ήταν πάντα προβληματική. Και εκεί που είστε μην την κακίζεις άλλο.

Σκέφτομαι ότι ίσως και να μην άντεχες άλλο δύο χρόνια κλεισμένη σαν κυνηγημένη στο κρησφύγετο μέσα στις στερήσεις, το φόβο και τις αντιξοότητες, να μην άντεχες άλλο αυτή την ταλαιπωρία. Να ένιωσες καταπιεσμένη. Όμως, μην πιστέψεις ποτέ σου αυτά που έλεγες. Πως δήθεν θεωρούμε τη Μαργκότ πιο έξυπνη, πιο ευγενική, πιο όμορφη, πιο καλή. Πως πάντα αυτή δέχεται επαίνους για τα χαρίσματά της κι εσύ τις επικρίσεις και τα μαλώματα. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Εγώ που υπήρξα για σένα το μεγάλο σου ιδεώδες. Έτσι μου έλεγες…

Και γώ; Πού ήμουν εγώ; Απορροφημένος από τα προβλήματα και τις δυσκολίες, δεν σε στήριζα και δεν είχα χρόνο να ακούσω τα προβλήματα και τις σκέψεις σου. Δεν ξέρω γιατί τα λέω όλα αυτά τώρα. Ίσως γιατί έτσι είναι ένας τρόπος να ανακουφιστώ, να λυτρωθώ, να "μιλήσω" κάπως μαζί σου. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι να βρισκόμουν κοντά σας και πάλι. Μακάρι να ήταν όλα αλλιώς.

Ακόμα δεν μπορώ να βγάλω απ' το μυαλό μου το βλέμμα σας όταν αποχωριστήκαμε έξω απ' το Άουσβιτς για να σας μεταφέρουν στο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Και κει να σας βρει η κακιά αρρώστια. Πρώτα τη Μαργκότ και έπειτα εσένα. Μόνο τρεις μέρες μετά. Δεν τον άντεξες φαίνεται το χαμό της… Δεν αντέχεται ο πόνος αυτός Άννα μου! Χωρίς εσάς τίποτα δε μοιάζει ίδιο. Γι' αυτό κι εγώ το λιγότερο που έχω να κάνω για σένα παιδί μου είναι να μάθουν όλοι γι' αυτό το ημερολόγιο. Για εμάς, ήταν το δώρο μου για τα γενέθλιά σου όταν γινόσουν δεκατρία. Για τον κόσμο όμως είναι μια ευκαιρία να μάθουν τι περάσαμε, ενώ για μένα μάθω ευκαιρία να σε μάθω –επιτέλους- κι εγώ. Θα σου ζητάω αιώνια συγγνώμη που άργησα.

Να μου φιλήσεις τη Μαργκότ και τη μητέρα σου!