R

e

j

e

c

t

e

d

m

u

s

i

c

image

Βασίλης Τσιτσάνης

ο ‘Πρωτομάστορας’ του λαϊκού μας τραγουδιού

Share:

«Τα τραγούδια του θα μας δίνουν το μέτρο, το φως, την ευγένεια και το ήθος της μεγάλης ψυχής του λαού μας. Τα τραγούδια του Τσιτσάνη είναι η Ελλάδα.»

Μ’ αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε ο Μίκης Θεοδωράκης στις 18 Ιανουαρίου του 1984 τον μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη, τον άνθρωπο που μετέτρεψε σε τιμητική προσφώνηση τον όρο «μπουζουξής» μιας και τα τραγούδια του παραμένουν διαχρονικά στο στόμα όλων μας. Ένας «βλάχος», όπως τον αποκαλούσαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Τρίκαλα, ήταν αυτός που έμελλε να βγάλει το μπουζούκι από το σκοτάδι των τεκέδων και των χαμαιτυπείων και να γίνει ο πρωτομάστορας του λαϊκού τραγουδιού, σκαρώνοντας πλήθος καλοδουλεμένων «κοσμημάτων» με μόνο του μέσο το μπουζούκι του και τη γνήσια ελληνική του ψυχή.

Τσιτσάνης

Ήταν εκείνος που τραγούδησε όσο λίγοι τους πόθους και τους καημούς του Έλληνα. Μέσα στα τραγούδια του συναντά κανείς την Ελλάδα σε όλες εκείνες τις ζοφερές στιγμές της Ιστορίας της, τις μαύρες εκείνες σελίδες που σφράγισαν καθοριστικά το μέλλον και την πορεία μας ως λαός. Την Ελλάδα της φτωχολογιάς και της Κατοχής, της προσφυγιάς και του Εμφυλίου. Όλα τα μεγάλα γεγονότα που μας σημάδεψαν καθρεφτίζονται μέσα στους στίχους και τις πενιές του. Τραγούδια άλλοτε μάγκικα και άλλοτε βαθιά πληγωμένα, νοσταλγικά αλλά και σταράτα, όμως σε κάθε περίπτωση αυθεντικά ελληνικά!

Τσιτσάνης

Ξεκίνησε να γράφει τραγούδια σε ηλικία μόλις 15 ετών. Το μπουζούκι του όμως, δίσταζε να το εμφανίσει δημόσια, αφού μέχρι ο ίδιος να το «απενοχοποιήσει» και τελικά να το καθιερώσει ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμιά κοινωνική καταξίωση. Σε ηλικία 21 ετών κατεβαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομικά. Εκεί, μέσα στα πρώτα κιόλας χρόνια της παραμονής του στην πρωτεύουσα, θα ηχογραφήσει το κύριο μέρος των προπολεμικών του δίσκων. Η «Αρχόντισσα» είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί την περίοδο αυτή. Με αυτό το τραγούδι, καθώς και με άλλα ανάλογου ύφους, ο Τσιτσάνης θα καταφέρει κάτι μοναδικό και πρωτόγνωρο: να εισάγει ένα νέο είδος λαϊκού τραγουδιού, το οποίο αποτείνεται πλέον στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το μέχρι τότε περιθωριακό και «χασικλήδικο» ρεμπέτικο τραγούδι.

Τσιτσάνης

Το 1943, κι ενώ το βαρύ πέπλο της γερμανικής Κατοχής έχει σκεπάσει τα πάντα, θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη. Στην πόλη μας θα ανοίξει το δικό του κουτούκι, το «Ουζερί Τσιτσάνης», στην οδό Παύλου Μελά 22, ενώ παράλληλα, και μέσα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα του πολέμου θα μας χαρίσει μερικές από τις σπουδαιότερες επιτυχίες του: «Μπαξέ Τσιφλίκι», «Τα Πέριξ», «Νύχτες Μαγικές», «Ζητιάνος της Αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα» και βέβαια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Το 1946 θα επιστρέψει και πάλι στην Αθήνα, όπου θα περάσει τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου, περίοδος που θα αποτελέσει για τον ίδιο άλλη μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης και θα τον καθιερώσει στο μουσικό στερέωμα μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '50. Μερικά από τα τραγούδια αυτής της περιόδου είναι τα: «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Καβουράκια», «Ξημερώνει και βραδιάζει» κ.ά. Είναι αυτός που θα φέρει στο προσκήνιο νέες φωνές που δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Μανώλης Αγγελόπουλος κ.ά, που θα ντύσουν με τη φωνή τους και θα ερμηνεύσουν μοναδικά κάποια από τα τραγούδια του.

Τσιτσάνης

Μέχρι και λίγο πριν σιγήσει για πάντα το μπουζούκι του ανήμερα των γενεθλίων του, δούλευε ακούραστα πάνω σε καινούρια τραγούδια. Η ασύγκριτη δεξιοτεχνία του στο μπουζούκι και το μοναδικό του ύφος, όπως τα συναντάμε στα τραγούδια που μας χάρισε, είναι αυτά που τον κατατάσσουν στις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του λαϊκού μας τραγουδιού. Ίσως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα τραγούδια του φτιάχτηκαν από υλικά διαχρονικά, από εκείνα που είναι ικανά να μείνουν στην Ιστορία ή να φτιάξουν από μόνα τους Ιστορία: πόνος, ξενιτιά, καημός και έρωτας…

Τσιτσάνης

κείμενο | φωτεινή σιδηροπούλου
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου

Share: