_μουσική

«Μπέμπο» μ’ έλεγαν. «Βέμπο καλύτερα», έλεγα εγώ

Σοφία Βέμπο | Εγώ, η κιθαρούλα μου και τα μπαγκάζια.

Ήμουν εικοσιτριών όταν ανέβηκα σε κείνο το πλοίο, την "ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ", για Σαλονίκη.

Εγώ, η κιθαρούλα μου και τα μπαγκάζια.
Ε ποιος να μου το ‘λεγε πως σαν μέσα στη βαρεμάρα του ταξιδιού θα πιανα το τραγούδι, θα γινόταν τούτος ο χαμός.
Ήρθαν στην αρχή κάνα δυο, μετά όλο το πλοίο και τραγουδούσαμε.

Μου ‘ρχεται τότε και ο άτιμος ο Τσίμπρας, δυο μέτρα, ιμπρεσάρος απ’ τους λίγους, ρουφιάνος απ’ τους πολλούς. «Τραγουδάς πολύ όμορφα στ’ αλήθεια» μου λέει. «Μη τραγουδάς όμως δίπλα στη θάλασσα. Η υγρασία θα χαλάσει τη φωνή σου και δε το θέλουμε». Όχι πως κατάλαβα πολλά, εγώ το κέφι μου το ‘κανα.
Κατεβαίνω να πάω να βρω τον Τζώρτζη και να σου τον πάλι. «Σου δίνω 6.000 δραχμές το μήνα στο ΑΣΤΟΡΙΑ να ‘ρθεις να τραγουδήσεις» μου λέει. «Αν τα πας καλά, του χρόνου θα παίρνεις 10.000.»

Οι αριθμοί εκείνοι με ζάλισαν. Τέτοιο μισθό δεν έπαιρνε ούτε ο θείος μου ο Γιάννης που ήταν δήμαρχος!
Έπρεπε να τα μιλήσω και με τον Τζώρτζη, φοβήθηκα μη με κοροϊδεύουν κιόλας!
Τα ‘πα στον Τζώρτζη και γυάλισε το μάτι του. Έτσι ξεκίνησα κι εγώ στο ΑΣΤΟΡΙΑ και δε φανταζόμουν πως τόσος ντουνιάς ερχόταν να ακούσει την Εφούλα να τραγουδάει. «Μπέμπο» μ’ έλεγαν. «Βέμπο καλύτερα», έλεγα εγώ.

Ούτε βδομάδα δε πέρασε, με παίρνουν και μου λένε πάω Αθήνα να παίξω στο «Κεντρικόν» στο «Παπαγάλος 33». Οι γονιοί μου ναι είπαν, για το καλό μου θα ‘ταν.
Ανεβαίνω κι εγώ τσιγγάνα ντυμένη και σαν τραγουδώ το «Μια γυναίκα πέρασε» και πάω να φύγω, άρχισε ο κόσμος να με φωνάζει: Μπιζ μπιζ μπιζ μπιζ! «Αποτύχαμε σκέφτηκα» σκιάχτηκα. «Τι μπιζ με λένε τώρα;» Με φωνάζουν κι οι άλλοι και μου λένε πως μπιζ πάει να πει «ξαναπαίχτο».
Τέσσερεις ολάκερες φορές με βάλαν οι αθεόφοβοι να το πω και σαν τέλειωσα στέκονταν όρθιοι, χειροκροτούσαν και σφύριζαν! «Μωρέ μπράβο το Εφάκι..» σκέφτομαι.
Ε, από κείνη τη μέρα και πριν τον πόλεμο, είχα παράδες να ταΐσω ένα τάγμα. Μέχρι και στο "Γκραν Τριανόν" στην Αίγυπτο με είπαν να τραγουδήσω. Σιγά μη δε πήγαινα!
Πήρα και τ’ αδελφάκι μου το Αλικάκι που το ‘χε κ αυτό με τραγούδι να παίζουμε παρέα στην Αθήνα.
Μέχρι το 40’ είχαμε βγάλει τόσα κομμάτια… «Μαύρα μου μάτια», «Μη ζητάς φιλιά», «Δεν έχεις τίποτα, μα έχεις κάτι», το δικό μου το «Ας πεθάνω», «Πόσο λυπάμαι», «Για μια Γυναίκα».
κι άλλα, κι άλλα…

Όσο για ταξίδια, απ την ψυχή μου δεν έλλειψαν. Και στο "Γκραν Τριανόν" ξαναπήγα, και στην Κύπρο και στην Πόλη… και μέχρι τις Αμερικές έφτασε η αφεντιά μου το ’47. Εκεί δε θα κανα ισα με 50 κονσέρτα; Μέχρι και ταινία μου παν να κάνω εκεί. Θυμάμαι ενώ έλειπα εκείνη η ρεπορτερ, η Βλάχου, έγραψε «Μια και η Βέμπο είναι στην Αμερική, μια και οι αμερικανικές εφημερίδες της κάνουν πραγματικά κολακευτικές κριτικές, μια και μπορεί ασφαλώς να γίνει γνωστή στους Αμερικανούς, γιατί επιμένει να απευθύνεται μόνο στον ελληνικό λαό;» και το πα με τρόπο όταν γύρισα: τούτος ο κόσμος μου τα δωσε όλα και με το παραπάνω. Όμως με τη βοήθεια της Αμερικής η Ελλάδα θα γίνει το μεγαλύτερο μικρό κράτος του κόσμου*.

Το 40’ πριν ακόμη γίνει το κακό στον τόπο μας, ξεκινήσαμε την επιθεώρηση «Παύσατε πυρ» στο «Μουντιάλ». Τότε γνώρισα και την αγαπημένη μου Γεωργίτσα (Βασιλειάδου) που μου στάθηκε όσο κανένας. Όταν έφυγα στην Αμερική, έδωσα διαταγή να παίζει η Γιωργία στο θέατρο μου σε κάθε παράσταση και της είπα να μου προσέχει και το Μίμη και να μου δίνει ραπόρτο για τις κινήσεις του. Δεν είναι ν αφήνεις άντρα αφύλαχτο σαν φεύγεις…
Και φτάνει η 28η του Οκτώβρη και μπαίνουν οι μακαρονάδες να μας φαν. Τότε είναι που πα πως ο τόπος μου με χρειάζεται όσο ποτέ άλλωτε. Τραγουδούσα πάνω στο πιάνο, στις κουίντες, στα πατώματα, μόνο ανάποδα δεν τραγούδησα. Τραγουδούσα για τα παλικάρια και τη λευτεριά μας. «Η τραγουδίστρια της Νίκης» με λεγαν. Σάμπως θα φερνα εγώ τη νίκη μωρέ;
Λίγο προτού εισέλθουν οι Γερμανοί και σαν έφευγα από το «Μουντιάλ» όπου εμφανιζόμουν για να πάω στο «Αλάμπρα» που παιζε το Αλικάκι ξαφνικά ένιωσα ένα τρομερό σε δύναμη κρύο χτύπημα στο πρόσωπο. Ήταν σαν σιδερένια γροθιά. Σωριάστηκα αμέσως. Επρόλαβα να φωνάξω: «Με σκότωσες, παλιάνθρωπε». Τίποτα άλλο, λιποθύμησα. Το άλλο πρωί χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω μια βαριά φωνή να λέει: «Σ' τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορής να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες. Μην στεναχωριέστε, τους απάντησα, θα τα πω από το ραδιόφωνο. Ήταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο»*.

Δύο λοχαγοί της Γκεστάπο της είπαν να ντυθεί και να τους ακολουθήσει. Σούσουρο στο θέατρο. «Και με πάνε στα ανακριτικά της Γκεστάπο και με μπουζουριάζουν στις φυλακές Αβέρωφ. Με παίρνουν, με ξαναπαν στην Γκεστάπο και μου λεν πως θα μ αφήσουν αν υπογράψω χαρτί όπου λέει πως δεν θα ξανατραγουδήσω πατριωτικά τραγούδια. Μέχρι και νεκρή με βγάλαν στον κόσμο! Με χρειαζόντουσαν στο πλευρό τους και αν και το υπέγραψα το κωλόχαρτο, περνούσα τα μηνύματα μου με τον έναν η τον άλλον τρόπο. Για να με γλυτώσουν απ τη λύσα τους, με πήραν, με ντύσαν καλόγρια και με διώξαν στη Μέση Ανατολή. Κι εκεί όμως να τραγουδώ δεν έπαυσα. Έπαιζα λοιπόν για τους συμμάχους. Κι έπειτα ξαναγύρισα.
Με χαμπάριασαν οι μακαρονάδες και δε μ άφηναν να τραγουδάω καθόλου. Ε λοιπόν όταν ξαναπήρα την άδεια, ανήμερα την 28η Οκτωβρίου, με τους ιταλούς και γερμανούς λογοκριτές δίπλα, δίνω παράσταση ντυμένη στα γαλανόλευκα. Οι Ιταλοί ελύσσαξαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα!»*.

Και σαν κερδίζουμε τον πόλεμο, επήρα την απόφαση να γράψω κανα δυό αράδες για τη ζωή μου στον Κύρηκα. Και ξεκινώ: «Τη φωνή μου και τα τραγούδια μου τα γνωρίζουν πολλοί. Τη ζωή μου όμως ελάχιστοι»…. «Εγώ θα σας αφηγηθώ τη ζωή μου με απλότητα. Είναι μια απλή ζωή που αμφιβάλλω αν θα σας ενθουσιάσει, όπως αμφιβάλλω για το συγγραφικό μου τάλαντο. Ίσως θα προτιμούσατε αντί να διαβάζετε αυτές τις γραμμές να σας έλεγα ένα τραγούδι...». «Τα χρόνια και η ερωτική μου ζωή είναι κάτι δικό μου, κάτι που δεν θα το μάθετε ποτέ. Από το στόμα μου τουλάχιστον. Έρωτες και χρόνια δεν σας ενδιαφέρουν. Από έρωτες λοιπόν μόνο ό,τι ξέρετε. Κι από χρόνια μόνον ό,τι βλέπετε κι ό,τι νομίζετε»... «Όσο μεγάλωνα τόσο γινόταν συνείδησις μέσα μου ο προορισμός της ζωής μου. Και προορισμός μου επίστευα πως ήταν να παντρευτώ και να δημιουργήσω δική μου οικογένεια. Εάν μου έλεγαν τότε ότι το 1947 θα ήμουν ανύπανδρη και θα είχα ως επάγγελμα να λέω τραγούδια στο θέατρο, ομολογώ πως θα εθύμωνα πολύ και ίσως έβαζα τα κλάματα. Στο σπίτι μου επίστευαν και με εδίδασκαν ότι έπρεπε να γίνω μια καλή νοικοκυρά, μια τρυφερή σύζυγος και μια στοργική μητέρα»*.

«Το θέατρο δεν το είχα βαρεθεί ποτέ μου. Μα η ζωή μάς επιφυλάσσει συνήθως εκπλήξεις που τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε. Έτσι έγινε και μ' εμένα»

*Σ.Σ: Περιέχονται αποσπάσματα από το βιβλίο της Κατερίνας Κ. Πετρίδου, «Σοφία Βέμπο - Τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της» (εκδόσεις University Studio Press).