R

e

j

e

c

t

e

d

L

i

t

e

r

a

t

u

r

e

image

Νικόλας Άσιμος

Με το ρήμα 'νιώθω' πάντα μπροστά

Έχουν ειπωθεί πολλά γι’ αυτόν. Έχουν γραφτεί άλλα τόσα. Υπήρξε και όσοι κατάφεραν λίγο να τον καταλάβουν αισθάνονται τυχεροί γι’ αυτό. Μπορείς να ανατρέξεις όπου θες και θα μάθεις πολλά για τη ζωή του. Δεν είναι τα γεγονότα που θα ήθελα να καταγράψω εδώ, σε αυτά τα λίγα λόγια που θα ‘θελα να γράψω για ‘κείνον. Και πάλι χωρίς να μπορώ με τις σκέψεις μου ν’ αγγίξω ούτε στο ελάχιστο τον κόσμο τον δικό του. Όμως θέλω. Θέλω να εκφράσω ακριβώς όπως θα μου έρχονται στο μυαλό καθώς θα πληκτρολογώ, όλα όσα σκέφτομαι γύρω από την ανένταχτή του φύση. Δεν υπάρχουν πολλοί σαν αυτόν. Ίσως ελάχιστοι. Ίσως ακόμη πιο λίγοι απ’ όσους μπορούμε να φανταστούμε. Θέλει, βλέπεις, γερό στομάχι να είσαι ο «κανείς» απέναντι στους σπουδαίους αυτού του ποζεράτου κόσμου.

Νικόλας Άσιμος

Δεν είναι τα επίθετα «ασυμβίβαστος», «ανήσυχος», «επαναστάτης» και τα τόσα άλλα που θ’ ακούσεις να λένε γι’ αυτόν πολλοί, όσα θα χαρακτήριζαν τον Νικόλα. Τι να χαρακτηρίσει εξάλλου τον Νικόλα! Ποια λέξη βγαλμένη απ’ τ΄ ανθρώπινα, αυτά που πάντα τον πετούσαν έξω όπως κι ο ίδιος τα έβγαζε από πάνω του ενστικτωδώς; Πού να κολλήσει και γιατί μια τέτοια ψυχή πού ό,τι κι αν ήταν, ήταν θαρρείς εκ φύσεως; Όλο του το είναι ήταν πηγαίο και πληθωρικό. Ό,τι έκανε δεν το σκεφτόταν δεύτερη φορά απέναντι στους καθωσπρεπισμούς. Απλώς το έκανε. Όχι για τις ταμπέλες. Όχι για τη βιτρίνα και τις αξιοθαύμαστες αντιδραστικές πράξεις μπροστά στα μάτια «των άλλων». Όχι για ένα φαίνεσθαι που είχε βαρεθεί πριν καν γεννηθεί. Απλώς επειδή έτσι ήταν. Με το ρήμα νιώθω πάντα μπροστά, δεν ακολουθούσε τίποτε και κανέναν. Κανένα «ρεύμα», καμιά εποχή, ούτε τον ίδιο τον εαυτό του.

Γιατί να ταιριάξει, πόσο μάλλον να μοιάσει; Γιατί να πιστέψει σε μασημένες τροφές, σε όσα άλλοι σκέφτηκαν πριν απ’ αυτόν και τους κότσαραν ένα όνομα για να μπορούν να τα λένε ιδεολογίες από αυτές που λίγοι ακολούθησαν τελικά με αγνές προθέσεις; Γιατί να εγκλωβιστεί, γιατί να περιοριστεί, τι να έχει δεδομένο ένας άνθρωπος όλος καρδιά και πάθος; Είχε ιδέες. Είχε αξίες δικές του. Είχε εικόνα του κόσμου και για τον κόσμο. Απλώς δεν ένιωσε την ανάγκη ποτέ να τις πει έτσι ή αλλιώς, να τις στριμώξει κάπου, να τις βάλει ασορτί δίπλα-δίπλα σε όσα θεωρούνται politically correct, να τις καταχωρήσει και να τις κατοχυρώσει. Από άνεμο θρεφόταν ο Άσιμος και γεννούσε φωτιά.

Νικόλας Άσιμος

Δε μάσαγε. Η μαγκιά του αυθεντική. Οι γιαλαντζί μάγκες, τα κοκόρια, οι γλείφτες, οι παρωπιδάτοι πάσης φύσεως και ιδεολογικής κατεύθυνσης, κατέληγαν μάλλον να του προκαλούν ψυχολογική ασφυξία. Δεν ήταν η αλητεία για την αλητεία που έδιναν αλήτικη χροιά στη ζωή του. Ήταν το απροσάρμοστο μέσα του που ποτέ δεν το φοβήθηκε και το ‘κανε δικό του. Με τα στραβά του, με τα καλά του, με τις αναποδιές και τους φόβους του ήταν ο Άσιμος. Ήταν ο Νικόλας. Κι ό,τι δεν μπορούσε να καταπιεί απλώς το έφτυνε στα μούτρα με την ίδια εφηβική άγνοια κινδύνου που τον ωθούσε να παίζει με την ίδια της ζωή.

Πάλευε με το σκοτάδι του, μ’ εκείνο το σκοτάδι που θέριευαν μέσα του όλα αυτά που τον έπνιγαν, όσα δεν μπορούσε να καταλάβει ή καταλάβαινε πολύ καλά, ο κόσμος όλος που στα μάτια του έμοιαζε να βουλιάζει μέσα στη μίζερη υπόστασή του.

Νικόλας Άσιμος

Την ψυχή του άνω-κάτω έκανε κι έγραφε. Έγραφε και ίσως ήλπιζε κάποιος ακόμη εκεί έξω να τον ακούσει όχι από μόδα, όχι από αναίτια οργή, μα παρακινούμενος από την ίδια μανιασμένη ανάγκη για το ουσιαστικό ταρακούνημα χωρίς όνομα. Θες να το πεις επανάσταση; Προσωπική ή μαζική; Θες να το πεις ξέσπασμα; Οι πράξεις θα μετρούσαν για εκείνον, όχι οι τίτλοι.

Η ευαισθησία του ήταν άγρια, χειμαρρώδης, μπορούσε να αφυπνίσει με τους πιο αντιφατικούς τρόπους. Και δε χωρούσε. Πουθενά. Θα μπορούσε να ξεχειλίσει ακόμη και στο κενό.

Αυτός ήταν ο Νικόλας. Ο Άσιμος. Και σαν σήμερα, στις 20 Αυγούστου του 1949, ήρθε σε μετωπική σύγκρουση με τον κόσμο καθώς άνοιγε για πρώτη φορά τα μάτια του τη μέρα της γέννησής του.

κείμενο | έλλη πράντζου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + οδυσσέας κοσμάτος