R

e

j

e

c

t

e

d

m

u

s

i

c

Μάρκος Βαμβακάρης

Μάρκος Βαμβακάρης

Ο ‘Πατριάρχης’ του ρεμπέτικου

«Γεια σου Μάρκο μου, με τα τραγουδάκια σου…» ακούγεται στο βάθος μια φωνή στα κομμάτια του.

Ο Μάρκος, με προτίμηση στις μελαχρινές, τραγουδάει για τον έρωτα, την καψούρα και τις ματιές- μαχαίρια που του καίνε την καρδιά. Θεωρείται ο «Πατριάρχης» του ρεμπέτικου, καθώς έκανε γνωστό το είδος λόγω της μεγάλης επιτυχίας που γνώρισαν τα δισκογραφημένα τραγούδια του. Καθιέρωσε την ορχήστρα με μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Γεννήθηκε το 1905 στην Σύρο, από φτωχή οικογένεια Καθολικών και από νωρίς αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο και να εργαστεί ως λούστρος, εφημεριδοπώλης κ.ά. Στα 12 του χρόνια πήγε στον Πειραιά, όπου εργάστηκε στο λιμάνι και στα «καρβουνιάρικα».

Μάρκος Βαμβακάρης Κάπου στα 21, το παιδί από τη Σύρο που ήξερε να παίζει μόνο το νησιώτικο όργανο, τουμπί, εκτός ότι κάνει τον πρώτο του γάμο, ακούει κατά τύχη τον Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι. Ο ήχος του τον συνεπήρε, άλλαξε τη ζωή του και άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Η επιτυχία δεν άργησε να έρθει, καθώς γραμμοφώνησε το πρώτο εμπορικά επιτυχημένο τραγούδι με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι», ερμηνεύοντάς το ο ίδιος, ακόμα κι αν είχε μεγάλη ανασφάλεια για την φωνή του. Η περίοδος πριν τον Β’ Παγκόσμιο θεωρείται η πιο παραγωγική για τον Μάρκο, που έχει τρελάνει την Ελλάδα με την «Φραγκοσυριανή», τραγούδι που έγινε ακόμα πιο μεγάλη επιτυχία 25 χρόνια μετά με τον Μπιθικώτση.

Είχα ακούσει ότι ο Βαμβακάρης είναι ο καλλιτέχνης με τα περισσότερα αυτοβιογραφικά μουσικά κομμάτια της εποχής. Ψάχνοντας λίγο παραπάνω, βλέπω ότι οι γάμοι του τον είχαν επηρεάσει πάρα πολύ. Που λέτε, η Ζιγκοάλα (και όμως έτσι την φώναζε) είχε μεγάλες οικονομικές απαιτήσεις από τον Βαμβακάρη, μετά το διαζύγιο. Πολύ έξυπνα, ο Μάρκος, για να έχει το κεφάλι του ήσυχο από την επίμονη πρώην σύζυγο που απειλούσε ότι θα του κατάσχει τα πνευματικά δικαιώματα, χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμο το όνομα του παππού του, Ρόκος, ενώ αρκετά τραγούδια του έχουν καταχωρηθεί σε ονόματα φίλων του. Έτσι, κατάφερε να μειώσει στο ελάχιστο το (όχι πραγματικό) εισόδημά του και η πρώτη σύζυγος του να μην του πάρει τίποτα. Γι’ αυτήν την ιστορία ο Μάρκος έγραψε αυτοβιογραφικά τραγούδια όπως «Το διαζύγιο».

Μάρκος Βαμβακάρης

Η μουσική του έχει περάσει πολλά. Από τη μια η κατοχή, όταν αναγκάζεται να αλλάξει ύφος και να αφαιρέσει το χασικλίδικο στοιχείο, γεγονός που υποστήριξε ότι τον έκανε να εμπλουτίσει με άλλα μέσα την μουσική του. Από την άλλη, η προσωπική ζωή του και η δημοφιλία του, που τον θέλουν να μαζεύει 50.000 άτομα στη συναυλία στη Θεσσαλονίκη. Ακολουθεί ο πόλεμος που τον επηρεάζει υπερβολικά και αυτό φαίνεται σε τραγούδια όπως «Γεια σας φανταράκια μας», «Το όνειρο του Μπενίτο» και άλλα πολλά. Βέβαια, ο ατσάλινος Μάρκος τη γλίτωσε από την κατοχή, ενώ πολύ συνάδελφοι του πέθαναν, και φυσικά ξέχασε το πάθημά του από τον πρώτο γάμο και ξαναπαντρεύτηκε, κάνοντας αυτή τη φορά πέντε παιδιά!

Μάρκος Βαμβακάρης

Με την απελευθέρωση έρχεται και η μεγάλη περιπέτεια για τον Μάρκο. Είναι πλέον από τους λίγους αυθεντικούς ρεμπέτες, και με τους ρυθμούς από την ινδική μουσική να μπαίνουν στα ερεθίσματα των Ελλήνων, θεωρείται πια «ξεπερασμένος», δεν τον θέλει κανένα κέντρο και καμιά δισκογραφική εταιρία. Η κακή τύχη συνεχίζεται για τον Βαμβακάρη , που παθαίνει παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα, αφορίζεται από την Καθολική εκκλησία λόγω του ορθόδοξου γάμου του και η οικονομική του κατάσταση είναι απελπιστική. Ξεπερνάει όμως το πρόβλημα υγείας και ο φίλος του Τσιτσάνης μιλάει στην Columbia και βγάζει ένα δίσκο με remake των τραγουδιών του με ερμηνευτές όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, κ.ά. Το 1960 αρχίζει η «δεύτερη καριέρα» του, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο.

Μάρκος Βαμβακάρης

Το τέλος για τον Μάρκο έρχεται το 1972, σε ηλικία 66 ετών. Αιτία θανάτου, η νεφρική ανεπάρκεια που προκάλεσε ο σακχαρώδης διαβήτης. Για την κηδεία του αναφέρεται ότι η οικογένεια του προσφεύγει σε δάνειο, ώστε να καλύψει τα έξοδα. Ο τσαλακωμένος θρύλος του ρεμπέτικου μπορεί να έφυγε από τη ζωή, αλλά εμείς σήμερα τον ακούμε με περισσότερο πάθος από ποτέ, γιατί σήμερα μας λείπει η ειλικρίνεια και η απλότητα στη μουσική. Σας αφιερώνω λοιπόν «το μινόρε της αυγής».

κείμενο | εύ μίνου
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου