_μουσική

Ο άνθρωπος που παρέμεινε 'Μεγάλος Ερωτικός'

Μάνος Χατζιδάκις

Από μικρή κάθε φορά που άκουγα τις μουσικές του ήταν σαν να διάβαζα παραμύθια χωρίς λόγια, γεμάτα νότες και μελωδίες.

Και τώρα που μεγάλωσα ακόμα αναρωτιέμαι πώς καταφέρνει με τη μουσική του, που είναι γραμμένη σε άλλες εποχές, να βγαίνει αλώβητος μέσα από το χρόνο και να συνεχίζει να με μαγεύει και να με οδηγεί σε κόσμους ονειρικούς! Αυτό το αφιέρωμα ήθελα να είναι ξεχωριστό, ιδιαίτερο, διαφορετικό- όπως διαφορετικός ήταν και αυτός, ο μεγάλος μουσικός, ο Μάνος Χατζιδάκις. Ήθελα να 'ναι γεμάτο από τις μουσικές του, που εκφράζουν όλο το "είναι" του καλύτερα και από τα πιο όμορφα λόγια. Παράλληλα όμως ήθελα να εκφραστούν και οι απόψεις του, η συγκλονιστική μουσική του πορεία, ως αποδεικτικό στοιχείο της μοναδικότητάς του. Ο στόχος είναι να μπορέσει κάποιος, έστω και λίγο, να γνωρίσει τον Χατζιδάκι μέσα από τα μάτια του Μάνου...

"Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα και όχι την άλλη την φρικτή που χτίστηκε μεταγενέστερα... Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και από αυτήν κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί με απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δε θα 'μουν ποιητής. Ο πατέρας μου ήταν από την Κρήτη, γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις και όλες τις δυσκολίες του Θεού."

Κάπως έτσι ξεκίνησε το μελωδικό του δρόμο ο Μάνος. Το 1932, μετά το διαζύγιο των γονιών του, φεύγουν από την Ξάνθη μαζί με τη μητέρα του και την αδερφή του και εγκαθίστανται στην Αθήνα.
Ο Μάνος έχει ήδη από 4 χρονών τα μαθήματα μουσικής και συνεχίζει τώρα στην πρωτεύουσα...

"Αρχίζω να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα, ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Ανακαλύπτω τη μητέρα μου, την αδελφή μου, τους φίλους μου, την Ελλάδα, μα περισσότερο την Αθήνα, που την έβλεπα μια πόλη μαγική, για τις αναπνοές των ανθρώπων της και το αεράκι του επιταφίου, μέσα στο οποίο ζούσα τον έρωτα στην πιο απόλυτη και μοναδική μορφή του."
Έτσι οδηγείται από την εφηβεία στην νεότητα αλλά μαζί τον οδηγούν τα γεγονότα και οι καταστάσεις. Πεθαίνει ο πατέρας του και ξεκινάει ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Ο Μάνος αναγκάζεται να κάνει διάφορες δουλειές αλλά συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με εξέχουσες προσωπικότητες, αρχίζει τις σπουδές του στη Φιλοσοφία( τις οποίες δε θα ολοκληρώσει) και συναναστρέφεται με τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες και διανοούμενους της γενιάς του μεσοπολέμου( Γκάτσο, Σεφέρη, Ελύτη, Τσαρούχη, Σικελιανό) .
Ο ίδιος λέει για τις σπουδές του: "Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήταν τα μαθήματα μουσικής, μια και με απομάκρυναν ύπουλα από τους αρχικούς μου στόχους, που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή. Έτσι δε σπούδασα σε ωδείο και συνεπώς εγλίτωσα από το να μοιάζει με τα μέλη του Πανελλήνιου Μουσικού συλλόγου."

Η πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτης έγινε το 1944 με τον Τελευταίο Ασπροκόρακα στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, στο οποίο παρακολούθησε και μαθήματα υποκριτικής θέλοντας να γίνει ηθοποιός αλλά τελικά καταλήγει να γράφει για το σύγχρονο θεατρικό ρεπερτόριο ( Γυάλινος Κόσμος, Ματωμένος Γάμος Λεωφορείον ο Πόθος κ. α. ). Επίσης, μετά το τέλος της κατοχής, η μεγάλη ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη θα του προτείνει να γράψει τη μουσική για δύο αρχαίες τραγωδίες και από κει και πέρα ο Χατζιδάκις θα συνθέσει και για άλλες.
"Προσπαθούσα να δεχτώ τη μαγεία της πόλης που ζούσα μέσα από την τρομοκρατία. Με ενδιέφερε παράλληλα η ομορφιά μου και το άρπαγμα της ομορφιάς των άλλων. Μ' απασχολούσε πώς θα γινόμουν στέρεα ωραίος και για πάντα. Και άρχισα να γράφω μουσική. Τον Ματωμένο Γάμο, Τις Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, την Αχιβάδα, το Καταραμένο Φίδι και άλλα πολλά για να με ερωτευτούν όσοι ήθελα και επιθυμούσα την αγάπη τους. Και το '48 γράφω το Χάρτινο το Φεγγαράκι για το Λεωφορείον ο Πόθος που ανέβασε το θέατρο Τέχνης."
Ένα χρόνο αργότερα γνωρίζει στο θέατρο τη Μελίνα Μερκούρη, που γίνονται στενοί φίλοι και συνεργάτες και το 1946 κάνει την πρώτη του σύνθεση στον κινηματογράφο για την ταινία Αδούλωτοι σκλάβοι.

Το 1949 κάνει μια διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, που θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων καθώς μέχρι τότε θεωρούνταν παράνομο και απαγορευμένο.
"Όπως καταλαβαίνετε η ανεύρεση του ρεμπέτικου ήταν μια πράξη επιτακτική αλλά και εξόχως τολμηρή, για 'κείνους τους καιρούς. Το να σ' αρέσουν τα ρεμπέτικα ήταν το ίδιο επικίνδυνο σα να διαβάζεις "Ρίζο" παράνομο ή όποιο άλλο έντυπο παρεμφερές."

Γι' αυτό θα δημιουργήσει τις Έξι λαϊκές Ζωγραφιές που ήταν η μεταφορά στο πιάνο 6 ρεμπέτικων τραγουδιών και με αυτό τον τρόπο δρομολογεί σε νέους ορίζοντες τη μουσική και κάνει αποδεκτά τα ρεμπέτικα από το ευρύ κοινό. Την ίδια εποχή γίνεται διευθυντής του Εθνικού Χοροδράματος, γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες που παίζονται στην Επίδαυρο, συνεργάζεται με γνωστούς ξένους συνθέτες, με το Εθνικό Θέατρο και παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη με το έργο "Επιτάφιος" και στο τραγούδι η Νάνα Μούσχουρη.

"Στο μεταξύ μεγάλωνα χωρίς να κορεστεί η δίψα μου για τις άγνωστες πλευρές του κόσμου που με περιέβαλλε... Διηύθυνα τους χωρικούς στην Κρήτη για το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Καζαντζάκη, που γύριζε ταινία ο Ντασέν, έτρωγα με το Μίκη και τη γυναίκα του στο Τουρκολίμανο, διαφωνώντας ήρεμα από τότε και στην πολιτική και στη μουσική."

Ο Χατζιδάκις παράλληλα με το θέατρο άρχισε από το 1946 να συνθέτει μουσική και για τον κινηματογράφο, ελληνικό και ξένο( Κάλπικη Λίρα, Στέλλα, Δράκος, Μανταλένα, In the Cool of the Day, America America κ. α.) αλλά και δύο ντοκιμαντέρ του J. Y. Cousteau. Το 1959 και το 1960 παίρνει το 1ο βραβείο στο φεστιβάλ τραγουδιού που διοργανώνει η Ε.Ι.Ρ. Το 1960 κερδίζει και στη Θεσσαλονίκη το 1ο βραβείο μουσικής της Ά Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου. Την ίδια χρονιά του απονέμεται και το Oscar για τα "Παιδιά του Πειραιά" για την ταινία Ποτέ την Κυριακή. Έτσι ο Χατζιδάκις είναι ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που έβγαλε έξω από τα σύνορα της χώρας το ελληνικό τραγούδι μιας και ακολούθησαν και άλλα τραγούδια του που συνόδευαν κινηματογραφικέ ταινίες. Ωστόσο ο Χατζιδάκις θα αποκηρύξει τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια γιατί θα θεωρήσει ότι έχουν μια λαϊκότητα που δεν του ταιριάζει.

"Και το επίσημο κράτος με γιόρτασε για το Όσκαρ που πήρα ερήμην μου και έξω από τα δικά μου σχέδια. Πάλεψα χρόνια για να αφαιρέσω αυτό τον "τίτλο τιμής" από την πλάτη μου, μα αν δεν το κατάφερα αυτό ο αγώνας με βοήθησε να ξαναγίνω νέος..."

Το 1962 ανεβάζει την παράσταση "Οδός Ονείρων", η οποία αποτελεί σταθμό στο ελληνικό μουσικό θέατρο, με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Χορν. Την ίδια περίοδο διοργανώνει και χρηματοδοτεί τον Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης "Μάνος Χατζιδάκις", συνεργάζεται με τα Μπαλέτα του 20ου αιώνα, ιδρύει και διευθύνει την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών, που δημιουργεί νέα δεδομένα για τη σύγχρονη μουσική. Το 1966 φεύγει στην Αμερική για να ανεβάσει στο Broadway τη θεατρική διασκευή του "Ποτέ την Κυριακή" με τη Μερκούρη και τον Ντασέν.

"Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε να αντιληφθώ ότι η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν.. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που με ενδιέφεραν έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινόταν οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.".

Αυτή την περίοδο της ζωής του έρχεται σε επαφή με την ποπ μουσική και παράγει ένα μεγάλο μέρος από τα έργα του (Reflections, Μεγάλος Ερωτικός, Το χαμόγελο της Τζοκόντα και αρχίζει να συνθέτει την εποχή της Μελισσάνθης.).

Για το Μεγάλο Ερωτικό:
"Ο Μεγάλος Ερωτικός έγινε από αίσθημα ενοχής και όχι από ερωτικούς λόγους, τον γράφεις όταν δεν ασχολείσαι με το αν είσαι ερωτευμένος ή όχι, έχεις ξεκαθαρίσει το θέμα και είσαι ελεύθερος να σκέφτεσαι.".

Για το Χαμόγελο της Τζοκόντα:
"Σε μια παρέλαση στη Νέα Υόρκη με μουσικές και χρώματα πλημμυρισμένη βρισκόμουν όταν συνάντησα μια γυναικούλα να περπατάει μονάχη, με μια απελπισμένη αδιαφορία για ό, τι συνέβαινε γύρω της, μόνη και έρημη μες στο άγνωστο πλήθος. Έμεινα στηλωμένος, ο μόνος που την πρόσεξε, θέλησα να την πάρω από πίσω αλλά την έχασα μες στον κόσμο. Έτρεξα να τη βρω. Χωρίς να καταλάβω είχα σταθεί μπροστά σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου και απέναντί μου βρισκότανε ένα βιβλίο για τον Ντα Βίντσι με την Τζοκόντα στο εξώφυλλο. Δεν ξέρω γιατί όλα αυτά μαζί μπερδεύτηκαν μέσα μου μαζί με ένα εξαίσιο θέμα του Βιβάλντι."

Από το 1972 που επιστρέφει στην Ελλάδα δημιουργεί και διαπρέπει. Φτιάχνει το Πολύτροπον ένα μουσικό καφεθέατρο, γίνεται Αναπληρωτής Γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής, Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας, Διευθυντής του Κρατικού Ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα, όπου η ραδιοφωνική του έφεση βρίσκει διέξοδο.
Καθιερώνει τις Μουσικές Γιορτές στα Ανώγεια, εγκαινιάζει τον Μουσικό Αύγουστο στο Ηράκλειο, διοργανώνει τους Μουσικούς Αγώνες στην Κέρκυρα.
Επιπλέον εκδίδει μουσικό περιοδικό και συστήνει δική του δισκογραφική εταιρεία τον Σείριο προκειμένου να προστατέψει το τραγούδι από τη φθορά του εμπορίου.
Το 1989-93 ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωμάτων που παρουσιάζει ένα πρωτότυπο πρόγραμμα που δεν καλύπτεται από τις συμβατικές ορχήστρες.
Στην ορχήστρα πάντα με μαέστρο τον Χατζιδάκι συμμετείχαν Έλληνες και ξένοι σολίστ και παρουσιάστηκαν έργα σε πρώτες παγκόσμιες εκτελέσεις.
Δισκογραφικά πάντα είναι παρών, με δίσκους που θεωρούνται κλασικοί( Ο Κύκλος με την κιμωλία, Παραμύθι χωρίς όνομα, Αθανασία κ.α.).
Ο Μάνος Χατζιδάκις μας αποχαιρέτησε στις 15 Ιουνίου 1994, αφήνοντας παρακαταθήκη όλο το μεγαλείο της μουσικής του.

Μπορείτε να αντλήσετε περισσότερες πληροφορίες και από το επίσημο website.

"Αδιαφορώ για τη δόξα... Πιστεύω στο τραγούδι που μας καλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων... Περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και την πνευματική νεότητα... Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ "λαχεία στον ουρανό" και προκαλώντας τον σεβασμό των νεώτερών μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός"