_μουσική

Ο 'δαιμονισμένος' Iggy Pop

'Death doesn’t kill you. Boredom and indifference kill you.'

21 Απριλίου 1947. Γεννιέται στο Muskegon, του Michigan ο James Newelll Osterberg.

Ζει και μεγαλώνει σ’ ένα τροχόσπιτο στο Ann Arbor, υπό τους μονότονους και μηχανικούς ήχους του ηλεκτρικού πριονιού του πατέρα του και της τοπικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Ήχοι που αργότερα θα καθορίσουν το στυλ της μουσικής του.

Στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, και ενώ ήταν ακόμα μαθητής, ξεκινάει να παίζει drums και σχηματίζει το πρώτο του rock & roll συγκρότημα, τους Iguanas. Η μουσική των Rolling Stones ήταν αυτή που τον έκανε να αγαπήσει τη blues. Παρατάει το πανεπιστήμιο του Michigan όπου φοιτούσε και μετακομίζει στο Chicago και συνοδεύει μεγάλους bluesmen της πόλης παίζοντας drums.

Η καρδιά του όμως ήταν πάντα στη rock & roll. Επιστρέφει στο Ann Arbor με σκοπό να δημιουργήσει ένα rock συγκρότημα.

Αυτή τη φορά θα είναι ο Lou Reed των Velvet Underground και ο Jim Morrison των Doors που θα τον επηρεάσουν. Αφήνει πίσω τα drums και αποφασίζει να γίνει ο frontman της μπάντας του. Μιας μπάντας που θα έκανε «κακιά» και «βρώμικη» μουσική. Καταλήγει με τον κιθαρίστα και παλιό του φίλο Ron Asheton, τον αδερφό του και ντράμερ Scott και τον μπασίστα Dave Alexander. Γεννιούνται οι Psychedelic Stooges.

Αφού πειραματίστηκαν αρκετά με διάφορα όχι και τόσο «μουσικά» όργανα (όπως ηλεκτρικές σκούπες) και έχοντας γίνει γνωστοί στην τοπική κοινωνία, μετονομάζονται σε Stooges και ο Osterberg γίνεται ο Iggy Pop. Ένας frontman σχεδόν δαιμονισμένος, που τα βάζει με το κοινό και κάνει βουτιές πάνω του (δύο δεκαετίες πριν γίνει μόδα το stage dive) και που σε κάθε συναυλία οδηγείται σε τέτοιο παροξυσμό που καταλήγει γεμάτος αίμα από αυτοτραυματισμούς.

Το 1968 οι Stooges υπογράφουν με την Elektra Records και κάνουν το ντεμπούτο τους με το ομώνυμο άλμπουμ Stooges (I wanna be your dog, No fun) και ένα χρόνο μετά με το Fun House (Louie Louie). Κανένα από τα δύο άλμπουμ δεν είχε εμπορική επιτυχία. Σήμερα όμως θεωρούνται κλασικά, έχοντας επηρεάσει τόσο τη ροκ σκηνή, αλλά κυρίως το punk κίνημα. Εκεί οφείλεται και το παρατσούκλι του Pop, «Ο νονός της Punk».

Η αδιαφορία όμως του κοινού και η εξάρτηση του Pop από σκληρά ναρκωτικά, οδήγησαν το 1971 τη δισκογραφική εταιρεία στη λύση του συμβολαίου και στην διάλυση του συγκροτήματος. Θα περάσει ένας χρόνος αποτοξίνωσης μέχρι ο Pop να συναντήσει ίσως τον πιο διάσημο θαυμαστή του που αποφασίζει να του αναστήσει την καριέρα. Ο David Bowie συγκεντρώνει κάποια από τα μέλη των Stooges και γίνεται παραγωγός του Raw Power (1973). Καμία εμπορική επιτυχία. Το συγκρότημα διαλύεται για μια ακόμη φορά και ο Pop πέφτει πάλι στα ναρκωτικά χάνοντας τον έλεγχο.

Τα επόμενα χρόνια έζησε στο Los Angeles σε μια ψυχιατρική κλινική, προσπαθώντας και πάλι να αποτοξινωθεί. Εκεί τον επισκέπτεται ένας παλιός φίλος. Ο Bowie (του οποίου το “Jean Genie” από το άλμπουμ Aladdin Sane λέγεται πως είναι γραμμένο για τον Pop) δεν σταμάτησε ποτέ να πιστεύει σε αυτόν. Το 1976 τον παίρνει μαζί του στην ευρωπαϊκή του περιοδεία μετά από την οποία εγκαταστάθηκαν στο Βερολίνο. Εκεί με τη βοήθειά του θα ξεκινήσει τη σόλο καριέρα του, υπογράφοντας με την RCA και ηχογραφώντας (με παραγωγό τον Bowie) τα άλμπουμ 'The Idiot' και 'Lust For Life'. Και τα δύο άλμπουμ είχαν μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία από τα προηγούμενα με τους Stooges. Ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο που ζούσε την έκρηξη του Punk κινήματος, ο Pop γίνεται είδωλο.

Το 1977 κάνει περιοδεία στις ΗΠΑ, με τον Bowie στα πλήκτρα και την Blondie ως opening act. Υπογράφει με την δισκογραφική Arista και ηχογραφεί τα άλμπουμ 'New Values' (1979), 'Soldier' (1980) και 'Party' (1981). Το 1982 έγραψε την αυτοβιογραφία του ”Ι Need Μore”, ένα βιβλίο γεμάτο rock n roll υπερβάσεις. Μόνο όμως όταν το 'China Girl' που είχε γράψει μαζί με τον Bowie έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία, κατάφερε να σταθεροποιηθεί στο mainstream χώρο και να εξασφαλιστεί οικονομικά.

Με τον Bowie και πάλι παραγωγό και παρέα με τον πρώην κιθαρίστα των Sex Pistols, Steve Jones, το 'Blah Blah Blah' (1986) ήταν η προσπάθεια του Pop να κάνει την μουσική του πιο προσιτή. Παρόλο που πήγε πολύ καλά στις πωλήσεις, αποξένωσε κάποιους από τους πιο σκληροπυρηνικούς θαυμαστές του.

Στα μέσα της δεκαετίας του '80, δέχεται προτάσεις για ταινίες όπως τα “Sid and Nancy”, “The Color of Money”, “Cry-Baby”, “Snow Day” και “Dead Man”. Το 1984 παντρεύεται, αλλά εξακολουθεί να έχει όρεξη για νέες δουλειές. Το 1988 βρίσκεται στην πιο μέταλ περίοδο της ζωής του και ηχογραφεί το 'Instinct'.
Με τη βοήθεια του Henry Rollins που κάνει φωνητικά σε δύο τραγούδια, επιστρέφει το 1993 με το American Caesar.

Το 2003 οι Stooges ενώνονται ξανά και ακολουθούν συναυλίες στην Ευρώπη και την Αμερική. Ο Iggy και οι αδερφοί Asheton βρίσκουν ξανά το δρόμο για το στούντιο και ηχογραφούν το 2007 το 'The Weirdness', ο πρώτος τους δίσκος μετά το 'Raw Power' του 1973.
Ένα χρόνο μετά η Madonna τους κάλεσε να τραγουδήσουν στην τελετή εισαγωγής της στο 'Rock And Roll Hall Of Fame' δύο τραγούδια της, το "Burnin' Up" και το "Ray Of Light", ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την μη είσοδό τους.

Τον Ιανουάριο του 2009, ο καλός του φίλος και κιθαρίστας των Stooges Ron Asheton πεθαίνει από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 60 χρονών. Πέντε μήνες αργότερα, και αφού έχει απορριφθεί από την δισκογραφική του, ο Iggy κυκλοφορεί ένα σόλο άλμπουμ εμπνευσμένο από ένα γαλλικό μυθιστόρημα. Ο Iggy και οι Stooges εγκαταστάθηκαν τελικά στο Roll Hall of Fame το 2010.