R

e

j

e

c

t

e

d

m

u

s

i

c

image

Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ένας λαϊκός 'Σερ'

11 Δεκέμβρη 1922. Περιστέρι Αττικής. Ένας μπόμπιρας γεννιέται στις φτωχογειτονιές.

8 στόματα στο σύνολο που πρέπει να τραφούν κάνουν τη ζωή πιο δύσκολη απ’ ό,τι ήδη είναι. Ο Γρηγόρης μεγαλώνει και βοηθάει όσο μπορεί δουλεύοντας από μικρός.

Σαν να μην έφτανε η ανέχεια της φτώχειας έρχεται και ο πόλεμος του ‘40 να τους χωρίσει. Τα αδέρφια του φεύγουν για το αλβανικό μέτωπο και εκείνος μένει πίσω ασκώντας το επάγγελμα του υδραυλικού. Όμως παράλληλα μαθαίνει κιθάρα και κάποια στιγμή αποφασίζει να δουλέψει σε μια ταβέρνα παίζοντας κυρίως ξένα, ευρωπαϊκά τραγούδια.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Μια νύχτα πηγαίνει σε ένα κουτουκάκι της περιοχής για να ακούσει με τους φίλους του μπουζούκι. Εκείνο το βράδυ, σε εκείνο το μαγαζί, έπαιζαν ο Χιώτης, ο Βαμβακάρης και ο Παγιουμτζής. Νύχτα που χαράχτηκε στο μυαλό του ήταν η αρχή της σχέσης του με το ρεμπέτικο ακόμα και αν ο ίδιος ποτέ του δεν αποδέχθηκε τον όρο, αποκαλώντας το απλά «λαϊκό, ελληνικό τραγούδι».

Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Το 1947 φεύγει για τη Μακρόνησο για 30 μήνες και εκεί ανίκανος να χαθεί από καλαίσθητα αυτιά καταλήγει να παίζει στη Λέσχη των Αξιωματικών. Η Φρειδερίκη του κάνει παρατήρηση για το σπασμένο του μπουζούκι και στο τέλος ο διοικητής του κάνει δώρο ένα καινούργιο. Το νησί του δίνει έμπνευση και εκεί θα γράψει τα πρώτα του τραγούδια. Εκεί θα γνωρίσει και τον Θεοδωράκη σε κάτι πρόβες όταν ο δεύτερος τον διορθώνει στις νότες στο “Φανταράκι” του Μητσάκη.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Έχοντας να προσφέρει τον δικό του, φρέσκο και σταθερό τρόπο ερμηνείας, πραγματοποιεί την πρώτη του (και τελευταία όλως περιέργως) συναυλία στο γήπεδο του Πανιωνίου και φτάνει να συνεργαστεί με όλα ανεξαιρέτως τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου. Και όταν λέμε όλα, εννοούμε πραγματικά όλα.

Ερμηνεύει τον «Επιτάφιο» των Θεοδωράκη-Ρίτσου, το «Άξιον Εστί» των Ελύτη-Θεοδωράκη, τα ”Είμαι αϊτός χωρίς φτερά”, “Μίλησέ μου”, μεταξύ άλλων, του Χατζιδάκι και “Στο περιγιάλι το κρυφό”, “Της δικαιοσύνης ήλιε” κ.α. επίσης του Θεοδωράκη. Βαμβακάρης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Παπαϊωάννου, Μούτσης, Ζαμπέτας, Γκάτσος, Άκης Πάνου, Παπαδόπουλος, Ξαρχάκος, είναι λίγα από τα ονόματα που συνεργάστηκε, γνώρισε, αγάπησε και έζησε από κοντά.

Η Μοσχολιού θυμάται τη νύχτα που μια πελάτισσα του ζητούσε το “H Μαργαρίτα η Μαργαρώ” φωνάζοντάς του «Γρηγόρη, η μάνα σου είναι τρελή» αναφωνώντας στίχο από το τραγούδι αντί για τον τίτλο. Κι εκείνος της απαντάει «…η δικιά σας είναι τρελή, κυρία μου…»

Ο Ψαθάς σε ένα χρονογράφημά του στην εφημερίδα 'Τα Νέα' τον χαρακτηρίζει ως «σερ Μπιθί» και ο τίτλος αυτός θα τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή θυμίζοντάς μας πως κανείς δεν απέδωσε καλύτερα τον πόνο και τα βάσανα, την ευτυχία και τη δυστυχία του ελληνικού λαού, όπως είπε και ο Στεφανόπουλος.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Τον Μάρτιο του ’61, το γεγονός της χρονιάς ήταν η συναυλία των Θεοδωράκη-Χατζιδάκι με τον Χιώτη στο μπουζούκι. Όταν κλήθηκε ο Μπιθικώτσης να τραγουδήσει το “Στον άλλο κόσμο που θα πας” από το άγχος λιποθύμησε.

Από τον Προέδρο της Δημοκρατίας, θα τιμηθεί το 2003 με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα και το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών.

Ένας άνθρωπος που όπως είπε και ο Μυλωνάς, διεθνής μουσικολόγος, χάρισε στο ελληνικό τραγούδι τις συγκλονιστικότερες στιγμές του.

Μετά από 2 γάμους απέκτησε 3 παιδιά. Ο γιος τους, Γρηγόρης και αυτός στο όνομα είναι επίσης τραγουδιστής. Κάποτε ο πατέρας Μπιθικώτσης θα εκμυστηρευθεί πως έδωσε στον γιο του το ίδιο όνομα για να μπορέσει να ξαναμπεί ένας Γρηγόρης στο σπίτι όταν ο ίδιος θα πεθάνει.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Στις 7 Απριλίου 2005 απεβίωσε μετά από πολλά χρόνια νοσηλείας, σε ηλικία 82 ετών. Το τραγούδι του “Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα” έγινε πραγματικότητα στην κηδεία του όταν έξω από τον ναό βρισκόταν μια άμαξα με ένα άσπρο και ένα μαύρο άλογο.

Είναι πολύ όμορφο να ψάχνεις για έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη. Ακούς και διαβάζεις ιστορίες, μαθαίνεις πώς ήταν η ζωή του, ποιοι τον αγάπησαν και πόσοι τον εκτίμησαν.

Αν και όλα αυτά είναι μια ουσία ξέχωρη από μας και διαφορετική καταλαβαίνω πως ίσως την επόμενη φορά που θα πίνω τα κρασιά μου σε κάποιο μαγαζάκι και ακούσω τις “Βεργούλες” θα έχω κάτι παραπάνω να σκεφτώ και να χαμογελάσω από τη ζάλη του αλκοόλ.

Ίσως μια γρήγορη ταινία της ζωής ενός ανθρώπου που ολόκληρος λαός εκτίμησε, άκουσε και αγκάλιασε.

κείμενο | γιάννης κατάκης
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου