_μουσική

Ο Έλβις ζει...

...και θα ζει για πάντα, 42 ετών

Ο άνθρωπος από τη φύση του αγαπάει το μυστήριο, αποζητά το ανεξιχνίαστο και δεν μπορεί ν’ αντέξει στην ιδέα ότι όλα κατανοούνται, ότι όλα είναι απλά γεγονότα αρχειοθετούμενα. Ο άνθρωπος ηδονίζεται με τις θεωρίες συνωμοσίας, τόσο που δεν του φτάνει να τις θρέφει αλλά πολλάκις τις γεννά για να’ χει κάτι να χρωματίζει τον γκρίζο ελεύθερο χρόνο του. Μέσα σ’ αυτή του την ανάγκη, ανάμεσα σε πολλά άλλα, φώλιασε και τη μεγάλη του αγάπη για το πρόσωπο κάτω απ’ το φουσκοπλαγιαστό τσουλούφι, τον Έλβις Πρίσλεϋ. Ο Βασιλιάς απέθανε, ΖΕΙ-τω ο Βασιλιάς; Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει, αλλά όχι με τον τρόπο που φαντασιώνονται τα ψυχάκια θαυμαστές του. Σιγανασαίνει μέσα στις δισκοθήκες, το σινεμά, τα βιβλία και τα φλασάκια, με ήρεμες αρχοντικές αναπνοές σαν τη μεθυστική φωνή του που δεν πρόκειται να εκπνεύσουν ποτέ.

Στις 8 Ιανουαρίου 1935 ένας αγγελικός ξανθομπάμπουρας γεννήθηκε στο Τούπελο του Μισισίπι από γονείς φτωχούς που δεν μπόρεσαν να τον μεγαλώσουν σαν …βασιλιά, παρά την αγάπη που του είχαν, αποδεικνύοντας έτσι ότι το επαναστατικό πνεύμα δεν είναι το κάκαδο μιας πληγωμένης νιότης (όπως θ’ απαξίωνε ένας πουριτανός) αλλά επιλογή. Δυο μεγάλες λατρείες είχε στα παιδικάτα του, τη μητέρα του στην οποία αφιέρωσε ουκ ολίγα τραγούδια του και τη γκόσπελ του τακτικού κυριακάτικου εκκλησιασμού της οικογένειάς του, μουσική που θα αποτελούσε τον κρόκο των χρυσών μουσικών αυγών του. Μ’ ένα απολυτήριο λυκείου στο συρτάρι και μια μεταχειρισμένη κιθάρα υπό μάλης παίρνει αμπάριζα τις δισκογραφικές και πληρώνει τα λιγοστά δολάρια του μεροκάματού του για μια ηχογράφηση. Η ιδιόμορφη γοητεία του κι η βαρύτονη φωνή του δεν άργησαν να κεντρίσουν τις εμπορικές τσέπες και τα αυτιά του κοινού.

Παρότι ροκαμπίλης, η αγάπη που είχε για τη μπλουζ, την κάντρι και φυσικά την γκόσπελ μουσική ανέδυε τ’ αρώματά τους σε κάθε του τραγούδι και το μείγμα όλων αυτών διαμόρφωσε το ολόδικό του Ροκ Ν’ Ρολ ήχο, του οποίου το στέμμα φοράει επάξια μέχρι σήμερα. Ο Έλβις έβγαλε τα κάστανα από τη φωτιά για την μποϋκοταρισμένη από τα ρατσιστικά αυτιά αφρο-αμερικάνικη μουσική. Δεν τον χαρακτήρισαν τυχαία στην πρώιμη ιστορία του ως έναν λευκό που τραγουδάει «μαύρα». Αυτό, σε συνδυασμό με τους άκρως προκλητικά κινούμενους γοφούς του επί σκηνής, ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει όλες τις γλώσσες, καλές και κακές. Αφενός, μια λατρεία της μουσικής του και μια σεξουαλική φρενίτιδα που στις ΗΠΑ των 60’s έδιναν στον ακτιβισμό του διαστάσεις ματιού που γυαλίζει κι αφετέρου, μια ακραία, σίγουρα ετεροφοβική, κριτική από τον κρατούντα τότε συντηρητικό κόσμο.

Το σίγουρο είναι ότι ουδέποτε επεδίωξε έναν τέτοιο πολιτιστικό διχασμό στον οποίο στωικά το μόνο που απαντούσε ήταν : «Δεν νιώθω ότι κάνω κάτι λάθος. Δεν βλέπω πώς μπορεί οποιοδήποτε είδος μουσικής να είναι κακή επιρροή για τους ανθρώπους όταν είναι απλά μουσική!» Χωρίς αμφιβολία η ανεξέλεγκτη υπερανάλυση του κόσμου του επεφύλαξε ένα βασίλειο μεγαλύτερο από αυτό που μπορούσε να ελέγξει το μουσικό του σκήπτρο. Ο Έλβις, αυτός ο εσωστρεφής Νότιος που δεν έβριζε ποτέ μπροστά στη μαμά του αλλά πάνω στο σανίδι δεν δίσταζε να οργώσει όλα τα εφηβικά κοριτσίστικα δάκρυα, άλλαξε τα πάντα… τους ανθρώπους, τη μουσική, την κουλτούρα, επηρέασε γενιές καλλιτεχνών κι ανέδειξε άλλες τόσες προηγούμενες, όταν το μόνο που ήθελε να κάνει να κρατάει ένα μικρόφωνο και να στηρίζεται στις μύτες των παπουτσιών του με λυγισμένα πόδια.

Καθώς κανένας δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, δεν έλειψαν και τα εμπόδια που αποπειράθηκαν να κατεβάσουν ταχύτητα στην ξέφρενη πορεία του, αποδείχθηκαν όμως λίγα στο να πατήσουν φρένο. Ούτε η στρατιωτική του θητεία το 1957, ούτε ο θάνατος της μητέρας του λίγο πριν καταταγεί, ούτε καν η μετέπειτα αφοσίωσή του στον κινηματογράφο που σε συνδυασμό με την επέλαση των Βρετανικών Σκαθαριών (The Beatles) στις ΗΠΑ πάγωσαν παροδικά τη φωνή του. Με σύμμαχο όμως τη μετέπειτα σύζυγό του, Πρισίλα – που γνώρισε όσο υπηρετούσε στη Γερμανία στον αμερικάνικο στρατό – και οδηγό το αυτόφωτο άστρο του, έκανε το 1968 δυναμική επιστροφή με το “68 Comeback Special”, ένα μαγνητοσκοπημένο κονσέρτο που θύμισε ξανά στα κοντόθωρα θνητά αυτιά ποιος είναι ο Βασιλιάς και ποιο το ροκ ν’ ρολ και ξεχείλισε τις συναυλίες που ακολούθησαν. Η επιτυχία κολοσσιαία τα επόμενα χρόνια μέχρι το 1973, όταν άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα ιδιαίτερα μετά το διαζύγιό του. Λίγο η θλίψη του, λίγο η αίσθηση ότι χρειαζόταν περισσότερα απ’ όσα η ζωή του είχε δώσει, τον έριξαν στα φάρμακα. Το επίκτητο περιττό του βάρος κι η αλλοίωση της φωνής του πρόλαβαν να λεκιάσουν την αψεγάδιαστη εικόνα του, οδηγώντας τον στο Βέγκας και σ’ ένα κύκνειο μουσικό άσμα που σίγουρα δεν του άξιζε, πριν αποσυρθεί στην περίφημη έπαυλή του «Graceland», όπου στις 16 Αυγούστου 1977 θα πατήσει για τελευταία φορά το πλήκτρο του πιάνο του, λόγω καρδιακής αρρυθμίας από μεγάλη δόση χαπιών.

Ο Βασιλιάς δεν έχει πουλήσει τυχαία μέχρι σήμερα μια Κίνα δίσκους, άνω του 1 δισεκατομμυρίου αντίτυπα, με 75 άλμπουμ από το 1956 ως το 1977, 3 βραβεία Γκράμι σε 14 υποψηφιότητες και 18 σινγκλάκια να’ χουν πατήσει Έβερεστ. Δεν είναι τυχαία μέλος σε 3 Hall Of Fame, της ροκ ν’ ρολ, της κάντρι και της γκόσπελ. Ούτε τυχαία πρωταγωνίστησε σε 33 ταινίες, οι περισσότερες βέβαια όχι αξιομνημόνευτες αλλά σίγουρα εισπρακτικότατες. Μπορεί σε πείσμα πολλών που είναι της άποψης ότι την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά δεν τη «σκοτώνουμε», να άλλαξε βασίλειο, κατάφερε χωρίς καμία προσωπική προσπάθεια κάτι μοναδικό : να ενσαρκώσει την αιώνια ανασφάλεια κάθε εμμηνοπαυόμενης γυναίκας που «καρφώνει» σ’ ένα συγκεκριμένο νούμερο την ηλικία της. Ο Έλβις ζει και θα ζει για πάντα 42 ετών.