_λογοτεχνία_ποίηση

Βίκτωρ Ουγκώ: Ένας λαϊκός Βαρόνος

‘Ζητώ μια προσευχή για όλες τις ψυχές’

«Για να είναι κανείς καλός ρήτορας, πρέπει να ασχολείται με κοινοτοπίες»,_

είχε πει κάπου στα 1820 ο Βίκτωρ Ουγκώ και ήταν μια αρχή που υποστήριζε αμετάβλητα σε όλη τη ζωή του. Αν είχε ζήσει οποιοσδήποτε τις ακραίες μεταβολές της ζωής του Ουγκώ, θα είχε μάλλον καταλήξει σε κάποιο φρενοκομείο.

Οι αντιθέσεις υπήρχαν στο περιβάλλον του πριν καν έρθει στη ζωή. Γεννήθηκε στα 1802 στη Γαλλία, σε μία περίοδο ακραίων πολιτικών και πολιτισμικών αλλαγών, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της πρώτης Γαλλικής δημοκρατίας, μετά την επανάσταση. Ζούσε με έναν ρεπουμπλικάνο, αθεϊστή, στρατηγό του Ναπολέοντα, πατέρα, με μία αριστοκράτισσα, φιλομοναρχική, και ευσεβή ρωμαιοκαθολική μητέρα και δυο μεγαλύτερα αδέλφια.

Αυτός ο γάμος ήταν φυσικά μάταιος και ειδικά μετά την πτώση του Βοναπάρτη και την οικονομική παρακμή της οικογένειας, ήρθε η οριστική ρήξη της σχέσης με τη μετακίνηση της μητέρας και των παιδιών στο Παρίσι να ακολουθεί. Μέσα σε αυτό το παρακμάζον περιβάλλον, ο μικρός Βίκτωρ άνθιζε. Έγραφε ποίηση, μετάφραζε κείμενα από τα Λατινικά, εξέδιδε δαιδαλώδη άρθρα σε εφημερίδες της εποχής.

Όποιες φιλοδοξίες κι αν είχε ο πατέρας για να ασχοληθεί ο γιος του με ανώτερες σπουδές, έγιναν σύντομα καπνός, καθώς το συγγραφικό ταλέντο του Βίκτορα ξεκίνησε να αναγνωρίζεται ήδη από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Ένα χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας του στα 1821, δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή “Nouvelles Odes et Poésies Diverses” (Διάφορες ωδές και ποιήματα), με την οποία κερδίζει μία βασιλική επιχορήγηση από τον Λουδοβίκο.

Πάνω που η ζωή του φαίνεται να αποκτά και πάλι την παλιά της αίγλη και ο δρόμος προς την ευτυχία μοιάζει ορθάνοιχτος ύστερα και από το γάμο του με τον παιδικό του έρωτα, Αντέλ Φουσέ, τα πράγματα παίρνουν και πάλι μια δυσάρεστη τροπή. Ο γάμος του είναι ένα δυστύχημα και ο μικρός του αδελφός, όντας κρυφά ερωτευμένος με την γυναίκα του, παραφρονεί την μέρα του γάμου και κλείνεται σε ίδρυμα μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μέχρι τα 1840, η ζωή του ήταν η καριέρα του με όλα τα σκαμπανεβάσματά της και με τη δοκιμή διαφόρων ειδών συγγραφής: Ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, δραματουργία. Το 1843, όμως, άλλο ένα δράμα έρχεται να στιγματίσει τη ζωή του: ο πνιγμός της κόρης του, Λεοπολδίνης (Léopoldine) και του συζύγου της, Καρόλου Βακερί, τον οποίο μάλιστα πληροφορείται τυχαία μέσω του τύπου.
Ξεκινά τότε μια μακρά περίοδος κατά την οποία ο Ουγκώ ασχολείται με την πολιτική. Υπήρξε θερμός Φιλέλληνας και υποστηρικτής του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, ενώ το 1845, εκλέγεται μέλος της Άνω Βουλής και αργότερα με το πραξικόπημα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη Γ’ ανακηρύσσεται βουλευτής.

Ο Βίκτορας παραμένει θερμός Βοναπαρτικός μέχρι την ανακήρυξη του Ναπολέοντα του Γ΄ σε αυτοκράτορα, οπότε έρχεται η ρήξη ανάμεσά τους και η εξορία του Ουγκώ. Είκοσι χρόνια παρέμεινε στην εξορία, κατά τη διάρκεια των οποίων ασχολήθηκε κυρίως με τη ζωγραφική. Τα έργα του παρέμειναν στην αφάνεια, αν και ο ίδιος ο Ντελακρουά ισχυρίστηκε πως αν ο Ουγκώ είχε αποφασίσει να γίνει ζωγράφος αντί για λογοτέχνης, θα είχε επισκιάσει όλους τους ζωγράφους του αιώνα του.

Κατά τη διάρκεια της εξορίας του, κατά τη δίχρονη παραμονή του στο βρετανικό νησί Τζέρσεϋ, ο Ουγκώ ασχολείται και με τα μεταφυσικά φαινόμενα. Εκεί εκπαιδεύεται στον πνευματισμό, την επικοινωνία δηλαδή με πνεύματα νεκρών μέσω περιστρεφόμενων και ομιλούντων τραπεζιών. Δύο έργα θα συγγραφούν τότε που αφορούν το μεταφυσικό και θέματα ζωής και θανάτου, τα οποία θα εκδοθούν μετά τον θάνατο του με τη μορφή αποκαλυπτικών οραμάτων του συγγραφέα.

Η επιστροφή του στην Γαλλία ήρθε με το ξέσπασμα του Ρωσο-τουρκικού πολέμου. Ο Ουγκώ υποστήριζε την ελευθερία και την ειρήνη μέχρι τέλους λέγοντας πως: «Ο πόλεμος είναι πόλεμος ανθρώπων. Η ειρήνη είναι πόλεμος ιδεών.» Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση με την θέση που είχε ως βουλευτής της Εθνοσυνέλευσης ψηφίζει κατά της ειρήνης και αμέσως μετά παραιτείται. Με την κατάληψη των Παρισίων και την εγκαθίδρυση της Παρισινής Κομμούνας, φεύγει εκ νέου το 1871, στις Βρυξέλλες αυτή τη φορά. Τα δράματα στην ζωή του δε δείχνουν να έχουν τελειωμό, καθώς ένα χρόνο μετά πεθαίνει ο γιος του, παραφρονεί η κόρη του και λίγο αργότερα φεύγει από τη ζωή και το τελευταίο του παιδί. Ο μεγάλος δημιουργός απομένει ολομόναχος.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γίνεται οπαδός και υποστηρικτής του ουτοπικού σοσιαλισμού και είδωλο της ριζοσπαστικής αριστεράς. Δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, πεθαίνει και η ερωμένη του Ζυλιέτ Ντρουέ, με την οποία διατηρούσε δεσμό από τα πρώτα χρόνια του γάμου του.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου 1885 σε ηλικία 83 ετών. Η διαθήκη του ήταν λίγες μόνο σειρές:


«Αφήνω 50.000 φράγκα στους φτωχούς. Θέλω να ταφώ στο δικό τους νεκροταφείο.
Αρνούμαι επιτάφιο λόγο από κάθε εκκλησία. Ζητώ μια προσευχή για όλες τις ψυχές.
Πιστεύω στον Θεό.»

Τα τελευταία του λόγια φημολογείται πως ήταν τα εξής: «Βλέπω ένα μαύρο φως».