R

e

j

e

c

t

e

d

L

i

t

e

r

a

t

u

r

e

image

Στην αρχή μου βρίσκεται το τέλος μου

Οι σκέψεις, οι στίχοι… ο T.S. Eliot

Είναι η ανασφάλεια ιδέα ή κόσμος υπαρκτός που φωλιάζει στην καρδιά;

Είναι ίσως η αυτογνωσία που σε κάνει να ανοίγεις την πόρτα της και να κοιτάς μέσα δειλά. Να ψάχνεις να αναγνωρίσεις το φαντομά που κρύβεται στις γωνιές. Βασανίζει η γνώση, δε λυπάται η ανεπάρκεια. Δύο θηλυκά αμείλικτα, σαν αυτό που ο εαυτός μου θέλει να πλησιάσει. Μπορεί άραγε; Θα τολμήσει κάποτε; Ας μου πει κάποιος ότι η συναισθηματική απόσταση είναι ασφαλής για να τη δεχτώ κι εγώ…

T. S. Eliot

[…]Για σκέψου, τολμάμε να ενοχλήσουμε το σύμπαν;
Σε ένα λεπτό υπάρχει χρόνος
για αποφάσεις και επαναλήψεις,
όπου αυτό το λεπτό κερδίζει
την αντιστροφή των πραγμάτων…μη ρωτάς "Τι είναι αυτή η σκέψη;"
[…]Και γνωρίζω ήδη τα μάτια, τα γνωρίζω όλα,
τα μάτια που σε βολεύουν σε μια τυποποιημένη φράση,
και όταν συμβιβάζομαι
απλωμένος πάνω σε μια καρφίτσα,
όταν είμαι καρφωμένος
σπαρταρίζοντας σε μια κορνίζα
πάνω σε ένα τοίχο…
[…]Έχουμε ξαπλώσει στις αμμουδιές
δίπλα σε κορίτσια στεφανωμένα με κόκκινα και καφέ φύκια,
…μέχρι να μας ξυπνήσουν ανθρώπινες φωνές και πνιγούμε.


-(από “Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ”)

T. S. Eliot

Κι αν είναι η εποχή που παρακμάζει, θα έρθουν οι εικόνες να γεμίσουν το κενό. Θα είναι η πραγματικότητα που θα φωτίζει πια τη φαντασία. Σε μια άγονη γη, σε μια συνουσία στεγνή, τι θα βαραίνει πιο πολύ; Η απομόνωση της ψυχής ή η συνείδηση της ηδονής είναι αυτή που θα σε κερδίσει; Ας σκεπαστεί ο λυρισμός και ας κυριαρχήσει η πίκρα. Ο καθένας θα είναι μόνος του υπόλογος στον τόπο του. Αυτόν που πατάει και αφήνει πίσω του πιο άδειο από όσο τα παιδικά πόδια του τον βρήκαν…

[…]Νερό δεν έχει εδώ, μονάχα βράχια
Βράχια δίχως νερό και δρόμο αμμουδερό
[…]Αν ήτανε να' χε νερό θα σταματάγαμε να πιούμε
Σε βράχια ανάμεσα δε γίνεται να ξαποστάσεις μήτε και να σκεφτείς
[…]Μήτε και σιωπή βρίσκεις σε τούτα τα βουνά
Μόνο ξερό και στέρφο κεραυνό χωρίς βροχή
Μήτε και μοναξιά βρίσκεις σε τούτα τα βουνά
[…]Ποιός είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στο πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και εσύ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
- Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;


- (από το “Τι είπε ο Κεραυνός» του έργου « Η Έρημη Χώρα”)

T. S. Eliot

Είναι αμαρτία η απάθεια. Ποιος θα λογοδοτήσει για την κενότητα; Ας σταθεί μπροστά μας η αφάνεια και με βλέμμα βλοσυρό ας κλειδώσει την πόρτα του κελιού. Είναι βαρύ το κλειδί και οι συνθήκες αυτές που το βαραίνουν. Μόνο ο ήχος των βημάτων που ηχούν βαριά στο διάδρομο και απομακρύνονται ίσως ξυπνήσουν τη συνείδηση. Και θα είναι η ίδια συνείδηση που θα ριχτεί στη θάλασσα του φόβου, θα αναδυθεί στη δράση και θα αντικρύσει κατάματα την αλλαγή. Να γίνει εικόνα απτή η ύπαρξη…όχι η κούφια αλλά η άλλη. Να γίνουν φωνή οι ήρωες… όχι οι παθητικοί αλλά οι άλλοι…

[…]οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
[…]μεταξύ ιδέας και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης και δράσης
πέφτει η σκιά
μεταξύ αντίληψης και δημιουργίας
πέφτει η σκιά
η ζωή είναι πολύ μακριά
μεταξύ πόθου και σπασμού
μεταξύ δύναμης και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου
αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό.


- (από το “Οι Κούφιοι Άνθρωποι”)

T. S. Eliot

Ένα σκαρί σάπιο, ένα σώμα γερτό. Ποιος είναι αυτός που δημιούργησε; Είμαι εγώ αυτός κι ας κουράστηκα. Ναι, είναι ώρα. Αποχαιρετώ τη ρώμη και καλωσορίζω το τέλος. Τόσα και τόσα πέρασαν και συλλογιέμαι τι άφησαν πίσω. Τι ζωγραφίζει το δικό μου μονοπάτι πάνω στον καμβά του χρόνου; Κι ας τελειώνει το χρώμα, θα έρθει η αγάπη να γλυκάνει το γκρι. Θα δεχτώ το θάνατο, αλλά θα ζητήσω να δεχτώ πρώτα την αγάπη. Όχι μια τυχαία, μα αυτήν τη μοναδική. Αχ, κόρη μου…

[…]Ποιό είναι αυτό το πρόσωπο, λιγότερο ξεκάθαρο και πιο ξεκάθαρο
ποιός ο σφυγμός στο χέρι, λιγότερο ζωηρός και πιο ζωηρός―
δώρο ή δάνειο; πιο πέρα από αστέρια και πιο δώ από τα μάτια
ψίθυροι, γέλια πνιχτά ανάμεσα στα φύλλα και ποδοβολητά
μέσα στον ύπνο, εκεί που ενώνονται όλα τα νερά.
Ξύλα σκασμένα από τον πάγο και μπογιά σκασμένη από τη ζέστη.
Εγώ το’ κανα, το' χα ξεχάσει
και το θυμάμαι.
Τα ξάρτια ξεφτισμένα και σάπια τα πανιά
από κάποιον Iούνη ως κάποιον άλλο Σεπτέμβρη.
[…]Τούτη η μορφή, τούτο το πρόσωπο, τούτη η ζωή
ζει για να ζήσει σ' ένα κόσμο χρόνου που με ξεπερνάει• άσε με
ν' απαρνηθώ τη ζωή μου γι' αυτή τη ζωή, τα λόγια μου για εκείνα τα ανείπωτα,
την αφύπνιση, με το στόμα μισάνοιχτο, την ελπίδα, τα καινούργια καράβια.


- (από το “Marina”)

T. S. Eliot

Να ’σαι νηφάλιος όταν βυθιστείς στο παρελθόν. Να ’σαι ώριμος στις πνευματικές αναζητήσεις και επίμονος στον προβληματισμό. Ντύνομαι κι εγώ τις δάφνες τις νεότητας μου και κοιτώ προς τα μέσα. Ήταν η ποίηση η δυσκολία μου αλλά και η λύτρωσή μου. Έρχεται ώρα όμως που αμφιβάλω και δυσπιστώ. Κι αν είναι άχρηστες ιδέες τώρα πια κι εγώ σπατάλησα τα χρόνια μου; Εδώ είναι η ανανέωση και η παρακμή λίγο πιο πέρα. Την ταπεινοφροσύνη θα κοιτάξω στα μάτια και θα ζητήσω να γίνει φίλη μου παντοτινή μήπως και κάποτε σωθώ. Να ’μαι λοιπόν στα μισά του δρόμου, έχοντας είκοσι χρόνια - είκοσι χρόνια τα πιο πολλά σπαταλημένα, τα χρόνια ανάμεσα σε δυο πολέμους…

Ο τωρινός κι ο περασμένος χρόνος
ίσως κι οι δυο είναι παρόντες μες σε χρόνο μέλλοντα,
κι ο μέλλων χρόνος είναι μέσα στον περασμένο χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνιο παρόν,
όλος ο χρόνος είναι ανεπανόρθωτος.
Αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει είναι μια αφαίρεση
που παραμένει αέναη δυνατότητα
μόνο σ’ έναν κόσμο από εικασίες.
Αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει κι αυτό που υπάρχει
δείχνουν ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν.
Πατήματα ηχούν στη μνήμη
στο μονοπάτι που δεν πήραμε
μπροστά στη θύρα που ποτέ δεν την ανοίξαμε
προς τον ροδόκηπο.


- (από το “Burnt Norton” του έργου “Τα Τέσσερα Κουαρτέτα”)

κείμενο | ιωάννα αναστασιάδου
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + αλέξανδρος κόγκας