_λογοτεχνία_ποίηση

Νίκος Καζαντζάκης, ο ασυμβίβαστος…

‘Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ' όλους τους σωτήρες… Αντέχεις;’

«Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε; Πολέμα!» - (Ασκητική)

Όλη η ζωή του στηριζόταν σ' αυτόν τον διαρκή αγώνα, την εναγώνια προσπάθεια για την ανακάλυψη της αλήθειας. Αυτή η αναζήτηση είναι που τον οδηγεί από το ένα πρότυπο στο άλλο, τα οποία είναι μάλιστα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους. Από τον Βούδα ως τον Χριστό και από τον Όμηρο ως το Μπερξόν, το Νίτσε και φυσικά το Ζορμπά, θα πάρει απ' τον καθένα τους τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν στη διατύπωση τη κοσμοθεωρίας του. «Αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκανε βαθύτερα τα χνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τρεις-τέσσερις: τον Όμηρο, τον Μπέρξονα ,το Νίτσε και το Ζορμπά», γράφει ο ίδιος.

Παρά τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, τη φιλοσοφία δε τη διάβασε, την κατέκτησε, την αφομοίωσε και συνδυάζοντάς την με τη νιτσεϊκή σκέψη γίνεται ο φιλόσοφος-ποιητής που γνωρίζουμε. Το μόνο καθαρά φιλοσοφικό του έργο είναι η «Ασκητική», έργο που θα καθορίσει το στοχασμό ολόκληρης της ζωής και του υπόλοιπου έργου του και που αρχίζει με την επιγραμματική διατύπωση τούτης της φιλοσοφίας: «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, τη μήτρα• καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μνήμα• το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.... Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος…» και συνεχίζει: «Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η Αθανασία».

Η κοσμοθεωρία του υπήρξε καθαρά ανθρωποκεντρική. Σε όλο τον αγώνα του ανθρώπου τρία είναι τα καθήκοντά του: να υποτάξει την ύλη, να μη δέχεται σύνορα και περιορισμούς και να αφήσει την καρδιά του να περάσει πέρα από τα φαινόμενα. Το τρίτο χρέος είναι να νικήσει ο άνθρωπος «τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα» , να συνειδητοποιήσει με ηρεμία πως «τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος». Έτσι, απαλλαγμένος από την ελπίδα και το φόβο, ανεβαίνει ακούραστος τον ανήφορο του, ελεύθερος. «Πρέπει να συμφιλιωθούμε» υποστηρίζει, με την ιδέα πως «ουσία του Θεού μας είναι ο Αγώνας». Ο Θεός για τον Καζαντζάκη δεν είναι παντοδύναμος, πανάγαθος, πάνσοφος. Είναι ένας Θεός ανθρώπινος, που αγωνίζεται και αυτός να ανέβει. Δεν πρόκειται για Θεό-Σωτήρα ψυχών. Εμείς είμαστε Σωτήρες του Θεού. Θεός είναι ο ίδιος ο αγώνας και μάλιστα ο αγώνας για λευτεριά. Λυτρωτής δεν υπάρχει. Τον δρόμο για τη λύτρωση τον ανοίγει ο καθένας χωριστά. Ο θεϊσμός του Καζαντζάκη είναι στην ουσία μηδενισμός, αλλά είναι μηδενισμός αισιόδοξος, που εκτιμά τη ζωή και χαίρεται τις χαρές της. «Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ' όλους τους σωτήρες. Αυτή είναι η ανώτατη λευθεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»

Όλη αυτή η αναζήτηση θα διαμορφώσει μέσα του την εικόνα του Οδυσσέα, που αργά και με περίσκεψη θα οδηγήσει στη σύνθεση της «Οδύσειάς» του. Η «Οδύσεια» είναι το έπος του σύγχρονου ανθρώπου, ολόκληρου του κόσμου που δε μπορεί πια να ψάχνει για Ιθάκες, μα οφείλει να συνεχίζει το ταξίδι μέχρι το τέλος, έστω κι αν ξέρει πως στο τέλος υπάρχει το μηδέν, πως το απόλυτο που αναζητά δεν μπορεί να το φτάσει ποτέ. Οι περιπέτειες του Οδυσσέα είναι οι προσωπικές του περιπέτειες. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα δημιουργού που η ζωή του και το έργο του παρουσιάζουν αναντίρρητη συνέπεια. Είναι από τους λίγους που η ποσότητα του έργου του συμβαδίζει με την ποιότητα. Στον ελληνικό χώρο τουλάχιστον, άλλο τέτοιο φαινόμενο δεν έχουμε. Τον χαρακτήρισαν κοσμοπολίτη, αρχαϊκό, κρητικό, φιλόσοφο, ποιητή, μαρξιστή, χριστιανό, μηδενιστή, ακόμη και άθεο. Ίσως τελικά ο Καζαντζάκης είναι όλα αυτά μαζί! «Όσο υπάρχουν παιδιά που πεινούν, Θεός δεν υπάρχει!» Αλλά και «Είπα στη μυγδαλιά: Αδερφή, μίλησε μου για το Θεό. Κι η μυγδαλιά άνθισε..»

Τη γιγαντιαία φυσιογνωμία του Καζαντζάκη δεν μπορούμε καν να την αγγίξουμε σε ένα τόσο σύντομο άρθρο. Κατά καιρούς, μελετητές και κριτικοί στάθηκαν μπροστά της, άλλοι από την αρχή με δέος μπρος στο έργο και το μεγαλείο της προσωπικότητάς του και άλλοι βιαστικοί να κατακρίνουν και να απορρίψουν, λες και είναι συχνό το φαινόμενο τούτο, που λέγεται Καζαντζάκης…

«Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε την παράδεισο και μπες μέσα»