R

e

j

e

c

t

e

d

L

i

t

e

r

a

t

u

r

e

image

Κώστας Καρυωτάκης

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου.»

Στις 21 Ιουλίου 1928 στην Πρέβεζα ο λυρικός Έλληνας ποιητής Κώστας Καρυωτάκης βάζει τέλος στη ζωή του για λόγους που πολλοί ακόμη θεωρούν ακαθόριστους. Η θλιμμένη ιδιοσυγκρασία του απέναντι στον κόσμο ήταν κάτι που διαπότισε το έργο του, μα ίσως να μην έφταιξαν μόνο η κατάθλιψη και η δυσμενής μετάθεση του γι’ αυτήν του την απόφαση. Κάποια σημεία στο γράμμα που άφησε πίσω πιθανόν υπονοούν πολύ περισσότερα πράγματα για τη ζωή του και για όσα ίσως κάποιοι τον ανάγκαζαν να αποδεχτεί.

Κώστας Καρυωτάκης

Ακούγοντας το όνομά του αμέσως μας έρχονται στο μυαλό συναισθήματα έντονα, σκοτεινά, κατακλυσμιαία, έρωτες ανεκπλήρωτοι, το ανήσυχο πνεύμα του, η ασυμβίβαστη φύση του. Κι ένας άνθρωπος τόσο ανήσυχος, μια ψυχή που αρνείται να προσαρμοστεί και να επαναπαυτεί δε θα μπορούσε παρά να κρύβει έναν ολόκληρο χαοτικό κόσμο σίγουρα εντελώς διαφορετικό από αυτόν που ονομάζουμε πραγματικό. Το σκοτάδι του ήταν γοητευτικό, η θλίψη του άγρια ρομαντική και οι σκέψεις του γλυκόπικρες. Δε θα μπορούσαν όμως να μην είναι και συγκρουσιακές τόσο όσον αφορά τον ίδιο του τον εαυτό αλλά πολύ περισσότερο όσον αφορά την επιβεβλημένη πραγματικότητα.

Αγάπησε βαθιά τη Μαρία Πολυδούρη με έναν τρόπο που αντί να τους ενώσει τους κράτησε χωριστά. Όταν έμαθε πως προσβλήθηκε από σύφιλη διέκοψε τη σχέση τους για να μην την επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο κι έτσι παρέμειναν χώρια ώσπου έφυγε πρώτα εκείνος από τη ζωή.

Στην ποίησή του δε συναντούμε αισθηματισμούς. Ό,τι αποτέλεσε έμπνευσή του ήταν το μάταιο, το άδοξο, το χαμένο. Ένας λεπτός σαρκασμός διακατείχε τις λέξεις και τις εικόνες του ως αντίδραση σε ό,τι θεωρούσε γελοίο.

Κώστας Καρυωτάκης

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς, τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. [Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό.] Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι, μαζύ με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ’ αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. [Ημουν άρρωστος.] Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.  

Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην  επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγομένου.
Κ.Γ.Κ.»

Πολλές φορές αναδημοσιεύτηκαν από τότε τα τελευταία λόγια του ποιητή με κάθε ειδικό και μη να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα νοήματα κάτω από τα γράμματα.
Μόνο ο ίδιος όμως ήξερε σίγουρα τι κατάφερε να αγγίξει τόσο την ανυπόταχτη φύση του ώστε να τον οδηγήσει στη λύτρωση του θανάτου κι όχι της πλήρους αποδοχής όσων δεν του ταίριαξαν ποτέ. Ίσως τελικά ούτε καν ο ίδιος, αφού η άβυσσος της ίδιας του της ψυχής έμοιαζε ώρες-ώρες να καταπίνει τον μισό εαυτό του όσο ο άλλος μισός προσπαθούσε να κρατηθεί στην επιφάνεια.

Κώστας Καρυωτάκης

κείμενο | έλλη πράντζου
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + οδυσσέας κοσμάτος