_λογοτεχνία_ποίηση

Κώστας Καρυωτάκης

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες

2.30 το μεσημέρι και μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού.

Το ημερολόγιο στο σπίτι έδειχνε 21 Ιουλίου 1928. Με περπάτημα αργό και σταθερό φτάνει επιτέλους στον προσωρινό προορισμό του. Η πινακίδα έξω γράφει “Ο Ουράνιος Κήπος”. Ίσως το όνομα αυτό αποκαλύψει αργότερα την ειρωνεία που κρύβει μέσα του. Το χρώμα της βυσσινάδας είναι βαθύ κόκκινο, σαν αίμα.

Κι άλλη ειρωνεία; Πάλι μπορεί. 5 δρχ. κοστίζει. Βγάζει και αφήνει και 75 δρχ. πουρμπουάρ. Όσο κι αν αυτό ξενίζει τον ιδιοκτήτη του επαρχιακού καφενείου, το δέχεται. «Νιόνιο, μπορώ να έχω ένα τσιγάρο και μια κόλλα χαρτί;» Και τα δύο φτάνουν αμέσως στο τραπεζάκι του. Το τσιγάρο καπνίζεται και το χαρτί σημαδεύεται από τα τελευταία λόγια του Κώστα Καρυωτάκη…

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις […] Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. […] Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. […] Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό […] κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.»

4.30 το απόγευμα ήταν όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός. Μόνος μάρτυρας της τραγωδίας ένας ευκάλυπτος όπου στις ρίζες του ξάπλωσε ο άντρας. Η σφαίρα βρήκε την καρδιά και πάνω στο ίδιο σημείο ακούμπησε το χέρι και το περίστροφο. Λίγο πιο μέσα στην τσέπη του σακακιού βρέθηκε και η επιστολή.


Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Χαρακτηρίστηκε ως ο ποιητής που αποτύπωσε στο χαρτί τη θλίψη και έδωσε μορφή στο προσωπικό δράμα που μπορεί να βιώνει ο κάθε άνθρωπος. Οι λόγοι που οδήγησαν στην αυτοκτονία του στα 32 του χρόνια ερευνήθηκαν πολύ μέχρι και τα τελευταία χρόνια με τις απόψεις των ερευνητών να διαφέρουν και να διίστανται.


Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει
ολοένα κάποιος έρωτας πικρός
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς τα περασμένα κι έτσι θ’ απομείνει.


Η προσφορά του στα γράμματα αδιαμφισβήτητη. Η σύγχρονη λυρική ποίηση ζωντάνεψε στα χέρια του και ο ίδιος βρέθηκε να μελετάται σε δεκάδες γλώσσες πάνω σε θρανία και έδρανα όλου του κόσμου.

Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς, φτωχή καρδιά,
θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη.