R

e

j

e

c

t

e

d

L

i

t

e

r

a

t

u

r

e

Τζακ Κέρουακ

Τζακ Κέρουακ

'Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν'

«Συγγραφέας είναι κάποιος που κάνει έρωτα με το σώμα της σκέψης του. Για να το ψηλαφίσει, να το θωπεύσει ή να το διαμελίσει; Μικρή σημασία έχει. Αρκεί η ερωτική πράξη να καταγραφεί στην άδεια μέχρι πρότινος σελίδα. »

Τζακ Κέρουακ

Σκέφτηκα να προσπαθήσω να γράψω το άρθρο αυτό αυθόρμητα, χωρίς σημεία στίξης, λογοτεχνικές νόρμες και παραγράφους προς τιμήν αυτής της λογοτεχνικής μορφής. Αλλά εντάξει δεν θέλω να μας δυσκολέψω, εξάλλου εκείνος το έκανε μη εσκεμμένα. Απλά παρασυρόταν απο την ένταση του κειμένου και των λέξεων σε τέτοιο βαθμό που τα υπόλοιπα για εκείνον ήταν απλά λεπτομέρειες. Το γράψιμο του Κέρουακ χαρακτηρίζεται από άρνηση στον κομφορμισμό της μορφής και του περιεχομένου, ακατέργαστη φόρμα, μια συνεχή διαπραγμάτευση των ορίων της έκφρασης και αυθορμητισμό.

«Απόταξε την λογοτεχνική, γραμματική κι συντακτική αναστολή... Σύνθεσε άγρια, ανυπότακτα, αγνά, να έρχεται από χαμηλά, όσο πιο τρελά τόσο το καλύτερο», έλεγε ο Κέρουακ που έγραφε για την κοινωνική δικαιοσύνη, το περιθώριο, τους τοξικομανείς και τους ομοφυλόφιλους, τους ανθρώπους εκτός των αποδεκτών πλαισίων της μεταπολεμικής Αμερικής του '50.

Τζακ Κέρουακ

Γεννήθηκε στο Λόουελ της Μασσαχουσέττης στις 12 Μαρτίου του 1922. Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα και από μικρός φαινόταν ότι είχε κλίση προς αυτή την κατεύθυνση. Σε πολύ νεαρή ηλικία βίωσε το θάνατο του αδελφού του Τζέραρντ, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά, αποτελώντας την αφορμή για την έκδοση του μυθιστορήματος "Visions of Gerard". Πέρα όμως απο το διάβασμα, τον είχε μαγέψει ο μύθος της περιπλάνησης, του ωτοστόπ, της απόστασης. Πίστευε πως ο δρόμος είναι η ζωή. Η μόνη δυνατή επιλογή, κάτι λίγο περισσότερο απ’ την απλή γεύση του αγνώστου.

«Όσο πιο γρήγορα τρέχεις, τόσο περισσότερο αέρα καταπίνεις... Να είσαι ερωτευμένος με τη ζώη.»

Στα τέλη του ’40 σε μια συζήτηση με τον συγγραφέα Τζον Κλέλλον Χολμς , ο Κέρουακ περιέγραψε τους φίλους του και γενικά την γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με την ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα «ήττας» (beatness), το οποίο κρύβει μέσα του όμως και μια μεγάλη δυναμική, ετοιμότητα και επαγρύπνηση ( beatific), εισάγοντας έτσι ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο «Μπιτ».

Τζακ Κέρουακ

«Αυτό θα πει Μπιτ. Ζήσε τη ζωή σου; Όχι, αγάπησε τη ζωή σου. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, τουλάχιστον δεν θα ‘χεις γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου.»

Το 1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του και τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσαν μία ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο. Άρχισε να γράφει με μανία, τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα και τις ποιητικές του συλλογές. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του «Στο δρόμο», ο Κέρουακ απέκτησε μεγάλη φήμη, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη.

«Μ’ αρέσουν πολλά πράγματα και τα ανακατώνω όλα και επιμένω να τρέχω απ’ τον έναν διάττοντα αστέρα στον άλλο μέχρι να φάω τα μούτρα μου. Δεν είχα τίποτα να προσφέρω σε κανέναν εκτός απ’ το μπέρδεμά μου.»

Ταξιδευτής, τυχοδιώκτης, ονειροπόλος. Ο Κέρουακ γέμιζε τις σελίδες του με τη βοή των δρόμων και τις σιωπές κοιμισμένων πολιτειών. Κυνηγούσε τον ήλιο και την ηδονή της περιπέτειας με σκοπό να ξεφύγει απ’ την αστική φυλακή. «Ξέφρενη και σύντομη τσάρκα ενώ θα φυσάει ελεύθερα ο άνεμος» αυτή ήταν η ζώη του και αυτή ήταν η πένα του. Πέθανε το 1969 σε ηλικία 47 χρονών από εσωτερική αιμορραγία λόγω κίρρωσης τού ήπατος. Μάλλον αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας αργής αυτοκτονίας με αλκοόλ τόσων ετών.

Τζακ Κέρουακ

«Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, τρελαίνονται να μιλήσουν, τρελαίνονται να σωθούν, που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, αυτοί που ποτέ δε χασμουριούνται ή λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!! με θαυμασμό». Έτσι γράφει στην εισαγωγή του «Στο δρόμο», του γνωστότερου από τα έργα του, το οποίο γράφτηκε σε τρεις μόνο εβδομάδες, χωρίς κόμματα και χωρίς παραγράφους.

Τζακ Κέρουακ

Όταν τελείωσα το βιβλίο αυτό έφτασα στην σελίδα που έγραφε «Τέλος», κάθησα λίγα λεπτά, παίζει να περάσαν και ώρες και αναλογίστηκα την ελευθερία του ταξιδιού. Το δικό μου φευγιό απ’ τη χώρα έγινε λίγο μετά, όταν αποφάσισα να ακολουθήσω και εγώ τις λευκές γραμμές της ασφάλτου και να παω όπου με βγάλει. Εξάλλου ο δρόμος ίσως μου δώσει και εμένα το κίνητρο που αναζητούσα για καινούργια αρχή και φρέσκια έμπνευση.

«Live, travel, adventure, bless and don’t be sorry...»

κείμενο | χάιντι σεραφειμίδου
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου