R

e

j

e

c

t

e

d

L

i

t

e

r

a

t

u

r

e

image

Ηλίας Πετρόπουλος

'Εγώ δεν κάνω φυλακή, εγώ κάνω έρευνα'

Η ζωή στη Θεσσαλονίκη.

Γεννημένος στην Αθήνα, μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη το ’34 λόγω μετάθεσης του πατέρα του. Μεγάλωσε στις γειτονιές με προσφυγόπουλα εβραίους από την Πόλη και την Μικρά Ασία. Εποχές ανέχειας, κανένα παιδί δεν είχε χρήματα για να αγοράσει κάτι από τον μπακάλη. Δάχτυλα μες το κιούπι με το μέλι ή λίγα όσπρια κλεμμένα μες τις τσέπες μήπως και βγει η αυριανή φασολάδα. Πάντα έφευγε μακριά όταν ήταν παιδί. Είχε μια ολοκληρωτική ελευθερία από τον πατέρα του που ποτέ του δεν τον μάλωσε όταν η αστυνομία τον γυρνούσε στο σπίτι μες τη νύχτα. Οι βόλτες του αυτές ήταν που τον έφεραν και κοντά στο ρεμπέτικο τραγούδι. 10 ετών, περπατούσε μες τις αμμουδιές, σκαρφάλωνε έναν τοίχο πέντε μέτρα για να καθίσει και να ακούσει τον Τσιτσάνη. Η αστυνομία κυνηγούσε το χασίς και το ρεμπέτικο τραγούδι, γι’ αυτό και ο πατέρας του, αφού έκλεινε τα παράθυρα, έβαζε τους δίσκους να παίξουν. Με τα χρόνια ανακήρυξε τον 6χρονο τότε Ηλία σε Μέγα Φωνογραφάρειο, με ευθύνη να αλλάζει δίσκους και βελόνες καθώς και να κουρδίζει το γραμμόφωνο.

Ηλίας Πετρόπουλος

Το ρεμπέτικο τραγούδι.

Μάζεψε από νωρίς υλικό για το βιβλίο του «τα Ρεμπέτικα» και έπιασε φιλίες με πολλούς γνωστούς ρεμπέτες. Μέχρι το ‘70 κανείς δεν είχε ασχοληθεί με τα ρεμπέτικα γιατί τα θεωρούσαν τραγούδια του υποκόσμου. Έτσι αποδεχόμενος την πρόκληση, με δικά του έξοδα και χωρίς τη σφραγίδα της λογοκρισίας, εκδίδει το πρώτο του βιβλίο και αυτό του κοστίζει μια 5μηνη φυλάκιση και το διαζύγιο με την πρώτη του γυναίκα, Ναυσικά Κατάκη. Και τα δυο όπως λέει και ο ίδιος του χάρισαν την ελευθερία του.

Τα καλιαρντά.

Δουλεύοντας σαν φύλακας στο πάρκο του Σέιχ Σου παλιότερα, είχε ακούσει για πρώτη φορά στη ζωή του τα καλιαρντά, την αργκό των ομοφυλόφιλων. Βγαίνοντας από τη φυλακή αποφασίζει να τα δουλέψει και να γράψει ακόμα ένα βιβλίο-πρόκληση. Ήρθε κοντά σε πόρνες τραβεστί και νεαρούς ομοφυλόφιλους για να μάθει τη γλώσσα και να τη διασώσει. Έζησε από κοντά την νύχτα τους και κατάφερε να τον εμπιστευτούν και κυρίως να τον εκτιμήσουν.

Η φυλακή.

Η έκδοση του βιβλίου του «τα Καλιαρντά» του πρόσφερε ακόμα μια ποινή στις φυλακές. Αλλά και εκεί δεν έχασε την ευκαιρία να μάθει και να ψάξει καινούργιες κρυφές αλήθειες της τότε Ελλάδας. «Εγώ δε κάνω φυλακή, εγώ κάνω έρευνα.» έλεγε συχνά πυκνά κοροϊδεύοντας τους συγκρατουμένούς του όταν τον ρωτούσαν τι κάθεται και γραφεί όλη μέρα. Εκεί μέσα γνωρίστηκε με πολλούς οπού και εκεί κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους με την ντομπρότητα και καθαρότητα των λόγων του. «Κάθε κουβέντα πετριά και την ένιωθες.» έχει αναφέρει ο Κοεμτζής.

Ηλίας Πετρόπουλος
Ηλίας Πετρόπουλος

Το Παρίσι.

Κουρασμένος από τις ποινές αποφασίζει να φύγει για την πόλη του Φωτός. Μακριά απ’ την Ελλάδα μπορεί να είναι ελεύθερος. Γράφει για τη φουστανέλα, δείχνει εικόνες για την εθνική φορεσιά των δυτικών Βαλκανίων, για την οικειοποίηση της από τους Έλληνες αλλά και για τον ρατσισμό που επιδεικνύουν μετά σε καθετί ξένο. Σπούδασε τουρκολογία και πλέον, μακριά από την λογοκρισία, αποφασίζει να δείξει το ψέμα της έλλειψης πολιτισμού και ανθρωπιάς των Τούρκων, και έτσι δεν άργησαν να τον χαρακτηρίσουν πράκτορα. Πολλοί Τούρκοι ήρθαν κοντά του. Συγγραφείς και δημοσιογράφοι, άνθρωποι που μοιράζονταν τις ίδιες απόψεις για τις τακτικές που ήθελαν την έχθρα ανάμεσα στις δυο χώρες. Άνθρωποι που ήξεραν ότι με τις απόψεις του ενοχλούσε μια εξουσία βασισμένη στο αίσθημα της εναντίωσης και του πολέμου για να αυξάνεται ο αμυντικός προϋπολογισμούς. Ο θυμωμένος του χαρακτήρας κράτησε κοντά πολλούς διανοουμένους της εποχής μιας και τέτοιοι άνθρωποι έρχονται σε αντίθεση με την νάρκωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Η παιδεία και η φροντίδα για ένα καλύτερο μέλλον αυτής είναι το μόνο του μέλημα. «Όσο η παιδεία παραμένει έρμαιο των πολιτικάτζιδων, τόσο θα βρισκόμαστε σε αυτή τη θέση» όπως έλεγε ο ίδιος. Δεν κρατάει κακία σε όσους των καταδικάζουν, ούτε καν στους αστυνομικούς που "στην τελική δεν είναι τίποτα παραπάνω από φανταράκια". Οι κύριοι υπεύθυνοι είναι οι δικαστές όπως λέει. Η ασέβεια προς το κράτος και τους θεσμούς του καταδικάζονταν ακόμα από τα ελληνικά δικαστήρια παρά τη φυγή του στο εξωτερικό και ενώ τα βιβλία του συνέχισαν να κυκλοφορούν εκείνος δε σταμάτησε να δουλεύει παρά την τραγική κατάσταση της Ελλάδας.

Πίσω από τη μάσκα.

Κουρασμένος από τις ποινές αποφασίζει να φύγει για την πόλη του Φωτός. Μακριά απ’ την Ελλάδα μπορεί να είναι ελεύθερος. Γράφει για τη φουστανέλα, δείχνει εικόνες για την εθνική φορεσιά των δυτικών Βαλκανίων, για την οικειοποίηση της από τους Έλληνες αλλά και για τον ρατσισμό που επιδεικνύουν μετά σε καθετί ξένο. Σπούδασε τουρκολογία και πλέον, μακριά από την λογοκρισία, αποφασίζει να δείξει το ψέμα της έλλειψης πολιτισμού και ανθρωπιάς των Τούρκων, και έτσι δεν άργησαν να τον χαρακτηρίσουν πράκτορα. Πολλοί Τούρκοι ήρθαν κοντά του. Συγγραφείς και δημοσιογράφοι, άνθρωποι που μοιράζονταν τις ίδιες απόψεις για τις τακτικές που ήθελαν την έχθρα ανάμεσα στις δυο χώρες. Άνθρωποι που ήξεραν ότι με τις απόψεις του ενοχλούσε μια εξουσία βασισμένη στο αίσθημα της εναντίωσης και του πολέμου για να αυξάνεται ο αμυντικός προϋπολογισμούς. Ο θυμωμένος του χαρακτήρας κράτησε κοντά πολλούς διανοουμένους της εποχής μιας και τέτοιοι άνθρωποι έρχονται σε αντίθεση με την νάρκωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Η παιδεία και η φροντίδα για ένα καλύτερο μέλλον αυτής είναι το μόνο του μέλημα. «Όσο η παιδεία παραμένει έρμαιο των πολιτικάτζιδων, τόσο θα βρισκόμαστε σε αυτή τη θέση» όπως έλεγε ο ίδιος. Δεν κρατάει κακία σε όσους των καταδικάζουν, ούτε καν στους αστυνομικούς που "στην τελική δεν είναι τίποτα παραπάνω από φανταράκια". Οι κύριοι υπεύθυνοι είναι οι δικαστές όπως λέει. Η ασέβεια προς το κράτος και τους θεσμούς του καταδικάζονταν ακόμα από τα ελληνικά δικαστήρια παρά τη φυγή του στο εξωτερικό και ενώ τα βιβλία του συνέχισαν να κυκλοφορούν εκείνος δε σταμάτησε να δουλεύει παρά την τραγική κατάσταση της Ελλάδας.

Ηλίας Πετρόπουλος

Ο Επίλογος.

Για όλη του τη ζωή παρέμεινε στο Παρίσι, όπου και μάζεψε το απίστευτα μεγάλο ανέκδοτο έργο του. Ιστορικά, γλωσσολογικά, λαογραφικά θέματα με προσθήκες πολλών εικαστικών τεχνών, άφησε πίσω του έναν όγκο πληροφοριών τον οποίο μπορεί μόνο να ξεπεράσει η μνήμη και το μυαλό του. Κυνηγός του αθέατου και όσων οι περισσότεροι θέλουν να αγνοούν. Προσωπικότητα που αρκετοί δε μπορούν να σκιαγραφήσουν, σαν ένα παζλ που ακόμα και αν ξεκινήσεις την ένωσή του, στην πορεία ίσως και να καταλάβεις πως δεν έχει τόση σημασία. Ανένδοτος μέχρι το τέλος, έστω και αν η λύπη τον κατέκλυζε κάπου κάπου, απέδειξε ότι ακόμα και αν όλοι σε πολεμούν, η εσωτερική φλόγα μπορεί να μείνει αναμμένη.

Χρόνια πριν φύγει είχε πει στην, για πολλά χρόνια, σύντροφο της ζωής του, Μαίρη Κουκουλέ, να τον κάψουν και να ρίξουνε τις στάχτες στον υπόνομο.
Πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2003.

κείμενο | γιάννης κατάκης
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου