R

e

j

e

c

t

e

d

L

i

t

e

r

a

t

u

r

e

image

Ο φύλακας στη σίκαλη

‘Πού να πηγαίνουν οι πάπιες όταν παγώνει όλη η λίμνη αποπάνω;’

Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζεις και λες «αυτό είναι ένα σπουδαίο βιβλίο».

Βέβαια, αυτό θα σου συμβεί σπάνια, όχι μόνο επειδή είναι μάλλον μικρό το ποσοστό των σπουδαίων βιβλίων ανάμεσα στα άπειρα προϊόντα αυνανισμού που τυπώνονται, αλλά κι επειδή συνηθίζουμε εμείς οι γήινοι να εκτιμούμε κάτι μόνο εφόσον αποκτήσουμε μια υποτυπώδη απόσταση απ’ αυτό. Από το φεγγάρι ας πούμε η Γη φαίνεται υπέροχη, θα πρέπει να είσαι μεγάλος μαλάκας για να μην το παραδεχτείς αυτό ακόμα κι αν γνωρίζεις πως μέσα σ’ αυτό το μεγαλείο που αντικρίζεις βρίσκεται οπωσδήποτε και το Αγρίνιο ας πούμε ή το Ζεφύρι, τα σκατά στους δρόμους της Ινδίας, το Μπαγκλαντές και δεν ξέρω τι άλλο. Από μακριά όλα τα λιμάνια φαίνονται όμορφα όταν τα προσεγγίζεις κι ακόμη πιο όμορφα όταν απομακρύνεσαι από αυτά. Ο φύλακας στη σίκαλη είναι ένα σπουδαίο βιβλίο και ταυτόχρονα ένα τίμιο βιβλίο, που σε κάνει να νιώθεις ακριβώς όπως θέλει ο συγγραφέας του:

single photo «Είμαι αστοιχείωτος, αλλά διαβάζω πολύ. Αυτό που μου τη δίνει στ’ αλήθεια είναι ένα βιβλίο, που, άμα τελειώσεις να το διαβάζεις, θα θελες να ‘χεις φιλαράκο σου το συγγραφέα που το ‘γραψε και να μπορείς να τον παίρνεις τηλέφωνο όποτε σου κάνει όρεξη». Θα ήθελα να μπορούσα να πάρω ένα τηλέφωνο τον J.D. Salinger για να τον ρωτήσω τι σκατά είχε στο κεφάλι του κι έγραψε ένα τόσο σύγχρονο μυθιστόρημα εκεί πίσω στο μακρινό 1951. Αλλά δεν θα με σήκωνε γιατί ακολούθησε τη μοίρα όλων των σπουδαίων ανθρώπων: πήγε και πέθανε 4 χρόνια πριν. Λίγη σημασία έχει. Άλλωστε από το 1965 παρέμεινε σιωπηλός κι ο κόσμος θα τον θυμάται για το βιβλίο αυτό, που σημάδεψε τη ζωή του, τη γενιά του και τη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία.

Ο 17χρονος Χόλντεν Κώλφηλντ, ο ήρωας του βιβλίου είναι μια σκοτεινή φυσιογνωμία. Μηδενιστής, απαθής και απαισιόδοξος αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην διαδικασία της ενηλικίωσης. Εξάλλου, όλοι του φαίνονται «τόσο μα τόσο ψεύτικοι, τόσοι υποκριτές που του ‘ρχεται να ξεράσει». Νιώθει πως ο κόσμος κινείται μ’ έναν ρυθμό ακατάληπτο, πως οι άνθρωποι –άρα και οι ανθρώπινες σχέσεις- είναι πολύπλοκοι και ανεξήγητα σημαντικοί. Ποιος νοιάζεται στ’ αλήθεια για τους άλλους; Αφού αν το καλοσκεφτείς όλοι τους είναι τομάρια, φιλοχρήματοι, ματαιόδοξοι. «Είναι μερικά παιδιά που περνάνε ολόκληρες μέρες ψάχνοντας να βρούνε κάτι που χάσανε. Εγώ φαίνεται πως δεν έχω τίποτα που να μ’ ένοιαζε πολύ άμα το ‘χανα.»

Αν λες αυτό που σκέφτεσαι και κάνεις ό,τι έρχεται στην γκλάβα σου, έχεις περισσότερες πιθανότητες να νοσηλευτείς σε ψυχιατρική κλινική από ένα άνοστο και ρηχό ανθρωπάκι που περνάει τα χρόνια του ψαρεύοντας, βάζοντας σφραγίδες σε δημόσια έγγραφα ή διαβάζοντας τα ανέκδοτα στις εφημερίδες. Εκείνος έχει οριστεί κοινωνικά φυσιολογικός κι ας κάνει τη μεγαλύτερη τρέλα που μπορεί να σκεφτεί ένας άνθρωπος: ας αφήνει τη ζωή του να περνάει στα ήσυχα σκοτάδια, ας μην προκαλεί, ας μην ερεθίζεται με το ανεξερεύνητο των ανθρώπων. Αυτόν που φωνάζει δυνατά μάθαμε να τον λέμε τρελό και αυτόν που δεν έχει ούτε γνώμη ούτε φωνή, τον μακαρίζουμε. Κι όμως μπορούμε να φορέσουμε το κόκκινο, κυνηγετικό καπέλο μας και να χαθούμε από τα επικριτικά βλέμματα των βολεμένων. Να γλιτώσουμε από κάτι τύπους που γεμίζουνε μιζέρια τη ζωή μας.

single photo «Κάτι τύπους που λένε όλη την ώρα στα πόσα καίει το γαλόνι το κωλάμαξό τους. Κάτι τύπους που τσατίζονται και κάνουν σαν μωρά σαν τους νικάς στο γκολφ ή έστω και σε κανένα ηλίθιο παιχνίδι σαν το πινγκ πονγκ. Τύπους πολύ στριμμένους. Τύπους που δεν ανοίγουνε ποτέ τους βιβλίο. Τύπους πολύ βαρετούς. Τους βαρετούς δεν τους καταλαβαίνω. Στ’ αλήθεια.»

κείμενο | αλέξανδρος_κόγκας
επιμέλεια | πωλίνα_ταϊγανίδου+τάσος_θώμογλου