Κρητικοί Κινηματογράφου

Το 2017 έχει ανακυρηχθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού “Έτος Καζαντζάκη”, μετά από αίτημα της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Καζαντζάκη, του Ελληνικού Τμήματός του, του Μουσείου και των Εκδόσεων Καζαντζάκη. Συνέδρια, αφιερώματα, ημερίδες, παραστάσεις, οργανώνονται και χρηματοδοτούνται με στόχο να προωθήσουν τις ιδέες του κρητικού διανοητή εντός και εκτός συνόρων. Και από ένα τέτοιο σύνολο, δύσκολα θα απουσίαζε ένα biopic για τον συγγραφέα-φιλόσοφο.

Τα biopics είναι πάντα στον αφρό. Είναι οι πρώτοι καλεσμένοι στα πάρτυ των ταινιών. Οι ηθοποιοί σκοτώνουν να αναλάβουν ρόλους που απαιτούν μελέτη σε συνδυασμό με μιμητική ικανότητα και οι θεατές σκοτώνονται να παρακολουθήσουν ζωές ινδαλμάτων τους σαν από κλειδαρότρυπα. Σίγουρα εισιτήρια, δηλαδή. Win-win situation.

Τη δύσκολη δουλειά της οργάνωσης, της συγγραφής του σεναρίου και της σκηνοθετικής εκτέλεσης ενός biopic για τον Καζαντζάκη ανέλαβε ο επίσης κρητικός, Γιάννης Σμαραγδής, γνωστός σήμερα για τον El Greco (2007) και το Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι (2012).

κείμενο | ηλίας παπαδόπουλος / φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
Γιάννης Σμαραγδής

Πολύ πριν βέβαια τις περιπέτειες του πειρατή Βαρβάκη και του αντιακαδημαϊκού ζωγράφου, ο κρητικός κινηματογραφιστής γύριζε ένα κάρο ντοκιμαντέρ για λογαριασμό της ΕΡΤ. Συνεργάστηκε με τον Γιώργο Αρμένη στη δημιουργία της σειράς «Χαίρε, Τάσο Καρατάσο». Σκηνοθέτησε το 2001 τα «Χαϊδεμένα Παιδιά» (αισθητική Ocean’s 11 με Μπέζο, Κώνστα, Άντονυ, Πουλικάκο, Μουστάκα ανάμεσα σε άλλους). Το 1985 σκηνοθετεί την ιστορία του Αρτέμη, το «Μελόπραμα» (παρωδία του Μελοδράματος του Παναγιωτόπουλου με τον Λευτέρη Βογιατζή στωικό πρωταγωνιστή) στο σπονδυλωτό Αλαλούμ των Χάρρυ Κλυνν και Γιάννη Κακουλίδη. Οι τηλεοπτικές καταβολές του είναι εμφανείς – και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στις ταινίες του.

Γιατί ο κινηματογράφος είναι δύσκολο επάγγελμα και ακόμα δυσκολότερη βιομηχανία: φώτα, μικρόφωνα, ράγες, κάμερες, γερανοί, αυτοκίνητα, ενδύτριες, κομμώτριες, stunt doubles. Όλα ταυτόχρονα και σε απόλυτη αρμονία για ένα κοινό αποτέλεσμα. Συνθετική πρέπει να είναι η ικανότητα του σκηνοθέτη. Για να κινηθεί όμως αυτός ο μηχανισμός και πολύ περισσότερο για να λειτουργήσει, χρειάζονται κεφάλαια, επενδύσεις. Μα και τα χρήματα από μόνα τους μπορεί να είναι αρκετά για την τεχνική αρτιότητα μιας ταινίας (λήμμα: Hollywood), δεν εγγυώνται όμως το αποτέλεσμα. Χρειάζεται και όραμα. Όχι μόνο του σκηνοθέτη, αλλά και των συνεργατών του: του διευθυντή φωτογραφίας, του μοντέρ, του συνθέτη, του υπεύθυνου καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Και όλα αυτά με τις πολύ ισχυρές βάσεις του σεναρίου.

Γιάννης Σμαραγδής

O El Greco έχει στο δυναμικό του τις εξαιρετικές ερμηνείες του Juan Diego Botto, του Nick Ashdon και φυσικά του Σωτήρη Μουστάκα. Δεν έχει όμως τη φωτογραφία που χρειάζονται τα πλάνα για να γίνουν πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Δεν έχει ρυθμό στο μοντάζ. Ακόμα και η μουσική μοιάζει ανέμπνευστη (θυμάται κανείς ότι τη συνέθεσε ο Vangelis;)

Πρόσφατα βρέθηκα στην έκθεση κοστουμιών που δώρισε ο Σμαραγδής και η γυναίκα του Ελένη στην Πύλη Βηθλεέμ του Ηρακλείου. Οι πίνακες του Θεοτοκόπουλου συναντούν τα κινηματογραφικά κάδρα και τα κοστούμια ζωντανεύουν μπροστά σου. Το οπτικό αποτέλεσμα, θαυμάσιο: και η έρευνα φαίνεται και η αισθητική άποψη. Άρα, πού αποτυγχάνει η ταινία, αφού τα επί μέρους στοιχεία είναι εντυπωσιακά;

Στη σύνθεση. Στον τρόπο που η φωτογραφία θα αγκαλιάσει το σκηνικό, τα κοστούμια τους ηθοποιούς, το μοντάζ τη μουσική και όλο το αποτέλεσμα θα υπηρετήσει την αφήγηση μιας ιστορίας. Ανθρώπων σε αναζήτηση του προορισμού τους. Με φως, με σκοτάδι, με όλους τους ενδιάμεσους τόνους.

Γιάννης Σμαραγδής

Η κινηματογραφική πένα του Σμαραγδή, ειδικά την τελευταία δεκαετία, προσπαθεί να αφηγηθεί ιστορίες ανθρώπων με ιστορία βουνό, με τρικυμιώδη πάθη, με νεύρο και μεγάλο κινηματογραφικό ενδιαφέρον by default. Καταλήγει, ωστόσο, στις ταινίες του να χάσει όλη αυτήν την χημεία που θα του φτιάξει την εκρηκτική ένωση – κάτι που παρ’όλα αυτά δε συμβαίνει στις τηλεοπτικές του δουλειές (ή έστω στις κινηματογραφικές στις οποίες δεν ασχολήθηκε με το σενάριο – βλέπε “Μελόπραμα”).

Ίσως η θητεία του Σμαραγδή στα ντοκιμαντέρ αφαιρεί κάτι από τη δημιουργικότητά του όταν ασχολείται και με τη συγγραφή του σεναρίου(φανταστείτε πώς θα ήταν το Catch me if you Can αν ο Spielberg αφηγούνταν την ιστορία χωρίς ίχνος παραμυθιού). Ίσως τα χρόνια του στην τηλεόραση του στερούν την αμιγώς κινηματογραφική ματιά. Ελπίζω όμως, το αποτέλεσμα να με διαψεύσει σε κάποια κινηματογραφική αίθουσα, στις 26 Οκτωβρίου – ανήμερα της επετείου των 60 χρόνων από τον θάνατο του συγγραφέα-φιλοσόφου.

Η κάμερά του έχει εξάλλου απαθανατίσει την τελευταία ερμηνεία του Στάθη Ψάλτη – που μέλλεται να είναι η βόμβα που θα ανατρέψει την (κινηματογραφική τουλάχιστον) καριέρα του.

Γιάννης Σμαραγδής

(Η ταινία Καζαντζάκης βγαίνει στις αίθουσες ταυτόχρονα με το Τελευταίο Σημείωμα του Παντελή Βούλγαρη. Ποιος είπε ότι ο ελληνικός κινηματογράφος στερείται δημιουργίας;)

κείμενο | ηλίας παπαδόπουλος
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου