Όλα για (Ν)όλα(Ν)

1941. Ο Orson Welles προσλαμβάνεται από την RKO (χολυγουντιανό studio) να γυρίσει ό,τι ταινία θέλει, όποιο θέμα θέλει και όπως εκείνος θέλει. Γράφει λοιπόν (μαζί με τον Herman Mankiewicz) και σκηνοθετεί τον Πολίτη Κέιν (1941), όπου κρατάει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η αφήγησή του χειμαρρώδης, σε όλα τα επίπεδα: σκηνοθεσίας, μοντάζ, φωτογραφίας, σεναρίου (που αναγνωρίστηκε από την Ακαδημία με Oscar).

Η ταινία σύγχρονη, μόνο το χρώμα και ίσως ο ήχος προδίδουν την ηλικία της. Γι’ αυτό εξάλλου και επί χρόνια βρισκόταν πρώτη στις λίστες θεατών και κριτικών ως η «καλύτερη ταινία όλων των εποχών» (μόλις το 2012 έχασε την πρώτη θέση στην ψηφοφορία του Βρετανικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου Εικόνας και Ήχου από το χιτσκοκικό Vertigo). Ο τρόπος όμως που χειρίζεται το μοντάζ, παίρνοντας τις σοβιετικές πρωτοπορίες και εξελίσσοντάς τες, θεωρούνται από πολλούς αξεπέραστες μέχρι και σήμερα.

κείμενο | ηλίας παπαδόπουλος / φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
Christopher Nolan

Μέχρι που εμφανίστηκε στην κινηματογραφική βιομηχανία ο Christopher Nolan. Αυτός ο εγκεφαλικός σεναριογράφος-σκηνοθέτης (πολλοί κριτικοί σήμερα τον κατηγορούν για αλαζονεία επειδή αναλαμβάνει και τα δυο πόστα - πού και να είχε τη θεατρική κατάρτιση του Welles και να πρωταγωνιστούσε κιόλας στις ταινίες του!). Πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το The Following (1998), αλλά η δεύτερη του κινηματογραφική δουλειά είναι που κέρδισε την προσοχή των θεατών (οι κριτικοί ακόμα μαλώνουν για το αν άξιζε την προσοχή μας η ταινία): το Memento (2002), το σενάριο του οποίου συνυπογράφει με τον αδελφό του Jonathan (Westworld). Πρώτη φορά που μια ιστορία λέγεται ανάποδα, από το τέλος προς την αρχή (και όχι επειδή το σενάριο είναι αδύναμο, η κορύφωση της ταινίας βρίσκεται ακριβώς στο φινάλε της… δηλαδή στην αρχή της!).

Αυτό ήταν. Ο Nolan μπήκε για τα καλά στην κινηματογραφική βιομηχανία και δεν κουνιέται εύκολα. Insomnia (2002) με Pacino (respect) σε μια από τις σκοτεινότερες ερμηνείες του Robin Williams, παραγγελία από την Warner για reboot του Batman (παραγκωνίζοντας τελευταία στιγμή τον Darren Aronofsky), Prestige (2006), Inception (2010), Interstellar (2014).

Ο συγκλονιστικός Joker του Ledger, οι metal ήχοι του Zimmer που ντύνουν τον Σκοτεινό Ιππότη (2008), το μοντάζ του Inception, οι θρησκευτικές προεκτάσεις του Interstellar, η ανατροπή του Prestige, η καινούργια καριέρα του Michael Caine (δεν υπάρχει ταινία του Nolan που να μην εμπλέκεται ο Caine – ακόμα και στην Δουνκέρκη παρατηρήστε τη φωνή του Αρχηγού της Αεροπορίας) υπάρχουν μόνο στο σύμπαν του Nolan. Τώρα, γιατί η σύγκριση με τον Welles;

Christopher Nolan

Μα δες το μοντάζ του Inception! Αφήγηση πότε σε πρώτο, πότε σε τρίτο πρόσωπο, χρονικά μπες-βγες, ιστορία μέσα στην ιστορία μέσα στην ιστορία, παιχνιδίσματα με το timing και όλη η θεωρία του Πουντόβκιν (το νόημα προκύπτει από την αλληλουχία των πλάνων και όχι από το περιεχόμενό τους) σε μια 40άλεπτη σεκάνς! Τι άλλο χρειάζεται για να αναγνωρίσει κανείς τον Nolan ως Welles του 21ου αιώνα;

Το Interstellar! Παιχνίδι με το φαίνεσθαι και το είναι (Orson Welles κανείς;), συνεχής υπενθύμιση ότι η ταινία είναι τεχνικό προϊόν και μάλιστα φαντασίας (Τι ακούει ο McConaughey στο διαστημόπλοιο; Ήχους πουλιών και τριζόνια. Δημιουργεί επομένως πραγματικό περιβάλλον με τη φαντασία του μέσω ακουστικών ερεθισμάτων. Ό,τι κάνει και ο θεατής μέσω του ήχου στη σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα, δηλαδή). Θρησκευτικοί συμβολισμοί που υπογραμμίζονται από τη μουσική του μάγου Zimmer (τη μέρα που γράφω το άρθρο κλείνει τα 60, χρόνια του πολλά). Κι άλλο επιχείρημα;

Christopher Nolan

Dunkirk (2017). Μια νέα πρόταση πάνω στην πολεμική ταινία. Οι ιστορίες δεν είναι τρεις, όπως ίσως διάβασες, αλλά μία. Μία που ο αφηγητής την «σπάει» σε τρεις χρονικές αφηγηματικές ταχύτητες. Έτσι κάνει σύμμαχο τον ήχο, πρωταγωνιστή τη μουσική (Hans for President), εργαλείο το μοντάζ. Ελαχιστοποιεί τα εφέ, δε χρησιμοποιεί ίχνος cgi, βάζει χάρτινους στρατιώτες για κομπάρσους, αντί να τους πολλαπλασιάζει σε υπολογιστή. Κινηματογραφεί τη θάλασσα όπως ακριβώς τη φωτίζει ο ήλιος, την ακτή όπως τη μουσκεύει η βροχή. Αυτό είναι το συντακτικό του για να φτιάξει κινηματογραφική γλώσσα, αλλιώς θα σκηνοθετούσε ρεπορτάζ στις ειδήσεις των 20.00.

Είναι οι ηθοποιοί περιθωριοποιημένοι στην ταινία; Ίσως. Περίπου 20’ διαλόγων σε 106’ αφήγησης. Καταγράφει η κάμερα του Nolan ένα από τα ισχυρά κινηματογραφικά βλέμματα (στα μάτια του Branagh) στην ιστορία; Σίγουρα. Και είναι όλες οι εικόνες πολύ οργανωμένα δομημένες από το σενάριο ακόμα. Και ας μην υπάρχει δραματουργική σύγκρουση.

Το δράμα στην Δουνκέρκη είναι μεγαλύτερο από τον άνθρωπο, γι’ αυτό δεν υπάρχουν καλοί και κακοί – μόνο βόμβες, έτοιμες να σκάσουν πάνω σου. Έτσι και οι ρόλοι: σπαράγματα. Σαν να ήσουν εκεί και επειδή βρισκόσουν ακριβώς στη μέση του βομβαρδισμένου μετώπου, να μη θυμάσαι παρά μόνο στιγμές. Από τις λάμψεις, τα σφυρίγματα των σφαιρών, τους ανθρώπους τους ίδιους. Δεν είναι άνθρωπος που συγκρούεται με άνθρωπο. Είναι άνθρωπος που συγκρούεται με τη μοίρα. Και ο χρόνος τρέχει.

Και αφού τρέχει, μοντάρεται. Όπως είχε καταλάβει και ο Welles, το μοντάζ είναι σπουδαίο αφηγηματικό εργαλείο. Έτσι τώρα και ο Nolan.

Christopher Nolan

(Αν αναρωτιέσαι όχι, ο Nolan δεν είναι ξάδερφός μου. Αλλά και να ήταν θα προτιμούσα να μου αφηγούνταν τις ιστορίες του με την κάμερά του, παρά στο σαλόνι του σπιτιού μου.)

κείμενο | ηλίας παπαδόπουλος
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου