_τέχνη

Henri de Toulouse-Lautrec: Ο δύσμορφος αριστοκράτης ζωγράφος

Πίσω από τα φώτα της παρισινής belle époque

Στις 24 Νοεμβρίου του 1864_

_γεννιέται στο Αλμπί της Γαλλίας ο Henri Marie Raymond de Toulouse-Lautrec-Monfa, πρωτότοκος γιος του κόμη Αλφόνς και της κόμισσας Αντέλ. Η αριστοκρατική του καταγωγή του αφήνει αντί κληρονομιάς μια δυσμορφία, καθώς οι γονείς του είναι πρώτα ξαδέρφια – δυο μικρά ατυχήματα στην εφηβική του ηλικία σε συνδυασμό με μια γενετική διαταραχή σταματούν την ανάπτυξη των ποδιών του, με αποτέλεσμα το ύψος του να φτάσει τελικά μόλις το 1,5 μέτρο. Για έναν ανήσυχο άνθρωπο που δεν μπορούσε να συμμετέχει στις συνήθεις δραστηριότητες των ανδρών της εποχής, η ζωγραφική ήταν η διέξοδος και η Μονμάρτη ο κατάλληλος προορισμός.

Το Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα απολαμβάνει την ηρεμία και την ευημερία της belle époque. Η τέχνη ανθίζει και η νεόπλουτη κοινωνική τάξη αναζητά νέες μορφές διασκέδασης. Επίκεντρο όλων αυτών είναι η Μονμάρτη, το μέρος όπου συνυπάρχουν μποέμ καλλιτέχνες και έμποροι, εργάτες και κακοποιοί, πόρνες και αριστοκράτες. Ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος, ο Henri γίνεται ένα με την εποχή του. Το έργο του είναι μια λεπτομερής καταγραφή, μια διεισδυτική ματιά στη νυχτερινή ζωή και τους ανθρώπους της. Είναι ο επίσημος εικονογράφος της και ταυτόχρονα ο διαφημιστής της, καθώς μεγάλο μέρος του έργου του αποτελούν οι αφίσες για τα διάσημα καμπαρέ της εποχής, όπως το Moulin Rouge.

Τα ζωγραφικά του έργα τον κατατάσσουν ανάμεσα στους μεγάλους καλλιτέχνες του μετα-ιμπρεσιονισμού, μαζί με τον Cezanne, τον Van Gogh και τον Gauguin. Χρησιμοποιεί χαλαρές γραμμικές πινελιές και μεγάλη έμφαση στα περιγράμματα, και συλλαμβάνει το πραγματικό χρώμα και την κίνηση των σκηνών του, πίσω από τους προβολείς των νυχτερινών θεαμάτων. Οι εικόνες του είναι κομψές και εντυπωσιακές, προκλητικές αλλά και ανθρώπινες. Η ματιά του διεισδύει στην αλήθεια των εικονιζόμενων προσώπων με συμπάθεια, ενώ ακόμα και σε μια πολυπληθή σκηνή τα πρόσωπα είναι αναγνωρίσιμα, από το περίγραμμά τους και μόνο.

Πίσω από τη λάμψη της νυχτερινής ζωής, ο Toulouse-Lautrec καταγράφει άλλη μια πλευρά της πραγματικότητας του Παρισιού, αυτής που εκτυλίσσεται στους οίκους ανοχής. Γίνεται απόλυτα αποδεκτός από τις γυναίκες εκεί και μένει συχνά μαζί τους για μέρες. Τις ζωγραφίζει την ώρα της δουλειάς αλλά και της ξεκούρασης, και μας δίνει εικόνες με αμεσότητα και ειλικρίνεια, μακριά από οποιαδήποτε ηθικοπλαστική ή ωραιοποιητική διάθεση. «Σαν γυναίκες με σάρκα και οστά, τόσο ικανές για χαρά ή λύπη όσο οποιοσδήποτε» (Cora Michael).

Το ίδιο αληθινές, παρά τη λάμψη και την υπερβολή που χαρακτηρίζει τις εμφανίσεις τους, εικονίζονται και οι χορεύτριες και τραγουδίστριες των καμπαρέ. Ο Toulouse-Lautrec μας τις συστήνει μία-μία, τονίζοντας τα χαρακτηριστικά που τις κάνουν αναγνωρίσιμες. Η πληθωρική χορεύτρια “La Goulue” (η λαίμαργη), παρατσούκλι που είχε για τη συνήθειά της να αδειάζει τα ποτήρια των θεατών, η μελαγχολική Jane Avril με την ιδιαίτερη χάρη και τα εντυπωσιακά καπέλα της, η τραγουδίστρια Yvette Guilbert με τα φωτεινά κόκκινα μαλλιά και τα μακριά μαύρα γάντια, η May Belfort που τραγουδούσε στίχους με ερωτικά υπονοούμενα ντυμένη σαν μωρό και κρατώντας ένα γατάκι.

Το βασικό όμως μέσο που θα οδηγήσει τον Toulouse-Lautrec και τα μοντέλα του στην αθανασία θα είναι η αφίσα. Η εξέλιξη της τυπογραφίας, η άνθηση της νυχτερινής διασκέδασης και το άνοιγμα του διάσημου Moulin Rouge το 1889, που του αναθέτει πρώτο μια σειρά αφισών για την προώθησή του, θα δώσουν ιδιαίτερη ώθηση στην καριέρα του. Το στυλ του εδώ θα πλησιάσει περισσότερο στην art-nouveau, με έντονη την επιρροή των γιαπωνέζικων ukiyo-e, με τα έντονα χρώματα και περιγράμματα, τις μαύρες σιλουέτες και τις οξείες γωνίες. Στις αφίσες, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μοντέλων του τονίζονται ακόμα περισσότερο, συχνά με μια διάθεση καρικατούρας.

Ο δύσμορφος αριστοκράτης, που δεχόταν συχνά την ειρωνεία του κόσμου για την εξωτερική του εμφάνιση, ακολούθησε δύο οδούς διαφυγής. Η πρώτη, η ζωγραφική, τον οδήγησε στην αθανασία, γράφοντας το όνομά του στην ιστορία της τέχνης αλλά και της πόλης του Παρισιού της belle époque. Η άλλη αντίθετα, η νυχτερινή ζωή, το ποτό και οι γυναίκες, τον οδήγησαν στο θάνατο σε ηλικία μόλις 37 ετών, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1901, από επιπλοκές λόγω του αλκοολισμού και της σύφιλης. Φέρεται να είχε πει κάποτε «μπορώ να ζωγραφίζω μέχρι να γίνω 40 - μετά σκοπεύω να στερέψω». Ίσως τελικά θέλησε να το αποφύγει.