R

e

j

e

c

t

e

d

a

c

t

s

image

Βλέποντας 'Το Δίχτυ' του Κιμ Κι Ντουκ

Μπορεί άραγε η ελευθερία να μας εγγυηθεί την ευτυχία;

O Κιμ Κι Ντουκ είναι ένας πολύ σπουδαίος Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης. Το 2012 κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία με το "Pieta", ενώ γνωστά του έργα είναι το "Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και πάλι Άνοιξη" (2003) και το "Arirang" (2011). Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως έχει κάνει πάνω από είκοσι μεγάλου μήκους ταινίες. Αυτή τη φορά επιλέγει το κοινωνικοπολιτικό σινεμά και δημιουργεί μία ταινία, απαραίτητη για την εποχή με σαφείς αιχμές προς τον κόσμο που ζούμε.

Βερολίνο Αντίο

Ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας Βορειοκορεάτης, φτωχός ψαράς. Ένα ατύχημα με τη βάρκα του, τον στέλνει στον Νότο κι από εκεί ξεκινάει ο εφιάλτης του. Ανακρίνεται ως εν δυνάμει κατάσκοπος, βασανίζεται, απειλείται η ίδια του η ζωή κι όλα αυτά, επειδή αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη μοναδική του περιουσία, που είχε για να ζει την οικογένειά του. Δεν χωρούν συναισθηματισμοί. Μετατρέπεται σε ένα πιόνι συμφερόντων. Ποτέ η καθημερινότητά του δεν θα είναι όπως πρώτα.
single photo

Παράτολμο το εγχείρημα του σκηνοθέτη. Θίγει τα κακώς κείμενα των δύο κόσμων. Από τη μία ο υλικός ευδαιμονισμός του καπιταλισμού, με τα θετικά του και τα αρνητικά του κι από την άλλη η Δικτατορία και τα Πυρηνικά όπλα. Μιλάμε για ένα θρίλερ, για ένα δράμα. Η λέξη, που κυριαρχεί, είναι να "αυτομολήσει". Στρατιωτικός κατά βάση όρος. Να προδώσει δηλαδή την πατρίδα του και να μείνει στη Σεούλ, κάνοντας μία νέα οικογένεια εκεί. Υπάρχουν όμως ακόμα ευσυνείδητοι άνθρωποι, ηθικοί, με αίσθηση του χρέους.

Η εξέλιξη προοικονομείται από την πρώτη κιόλας σκηνή. Το δίχτυ (το κράτος μεταφορικά) αποτελεί μία αλληγορία. "Έχω πιάσει πολλά ψάρια (ο λαός μεταφορικά) στα δίχτυα μου, τώρα εγκλωβίστηκα εγώ ο ίδιος σ΄ αυτά". Ακροβατεί ανάμεσα στο θέλω και το πρέπει. Στην υποχρέωση και τους πειρασμούς. Παραμένει όμως πιστός στις αρχές και τα ιδανικά του. Διαπιστώνουμε ότι η εκμετάλλευση, η διαφθορά, οι εκβιασμοί είναι παγκόσμια φαινόμενα, ενός σάπιου συστήματος. Πόσο υποκριτικά φαντάζουν όλα; Προκαλεί παράνοια η κατάσταση που από καιρό έχει ξεφύγει.

single photo

Ο ίδιος ο Κι Ντουκ υποστηρίζει, "Οι ταινίες μου είναι η συνείδησή μου. Οι σχέσεις μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας διανύουν μια περίοδο έντονης κρίσης. Υπάρχει ανησυχία για το ενδεχόμενο πολέμου. Αποφάσισα, να μιλήσω για την έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στους κατοίκους των δύο χωρών. Πρέπει τα προβλήματα να λυθούν με τον διάλογο. Στηλιτεύω την αποκαρδιωτική κατάσταση που επικρατεί. Στην ταινία οι μυστικοί πράκτορες και οι αστυνομικοί αμφότερων των κρατών ασκούν σωματική βία κι απειλούν τον πρωταγωνιστή. Είναι θλιβερό πώς το κράτος και στις δύο εκδοχές του δεν υπάρχει για να υπηρετεί το λαό, αλλά για να τον καταπιέζει."

single photo

Μία καθηλωτική ταινία, στα όρια του ντοκιμαντέρ, που σε φέρνει κατάματα με την σκληρή πραγματικότητα. Ή πρέπει να γίνεις απόλυτα κυνικός για να επιβιώσεις ή να βρεις τη δύναμη, ώστε να μπορέσεις να επιφέρεις κοσμογονικές αλλαγές. Ψυχοπλακώνεσαι, το χωνεύεις και ψάχνεις λύσεις, σε έναν δρόμο που μόνο με ροδοπέταλα δεν είναι στρωμένος. Αυτό επιβάλλει όμως ο ανθρωπισμός. Σίγουρα δεν θα είναι εύκολο. Αυτή όμως είναι η λύση κι όποιος το αρνείται, εθελοτυφλεί.

Το όνειρο της επανένωσης κρατάει ζωντανούς τους ρομαντικούς. Η τελευταία εικόνα είναι το μήνυμα του καλού. Η κόρη του πρωταγωνιστή, αγκαλιά με τα δύο αρκουδάκια. Ένα παιδί δίνει το μήνυμα. "Από μικρό μαθαίνεις την αλήθεια". Ακόμα κι αν χρειάστηκε νωρίτερα να θυσιαστεί ο ίδιος της ο πατέρας, που παρά την ιώβεια υπομονή του, δεν άντεξε και βρήκε τη λύτρωση στη μοναδική διέξοδο, που του είχε απομείνει, αναγκασμένος να ζει σε μία αιώνια αόρατη φυλακή.

single photo

Ένα απάνθρωπο σύστημα από άκρη σε άκρη, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που πραγματικά μας δίνουν μία νότα αισιοδοξίας, πως ακόμα υπάρχει ελπίδα. Δυστυχώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα παθήματα κι ο αβάσταχτος πόνος, δεν έγιναν μαθήματα, όπως θα έπρεπε. Ένας κόσμος τόσο λαμπερός στο φως, μα τόσο σκοτεινός στη σκιά. Μπορεί άραγε η ελευθερία να μας εγγυηθεί την ευτυχία;

κείμενο | μίλτος τόσκας
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης