_κινηματογράφος

Θόδωρος Αγγελόπουλος

Τρεις στιγμές - τρία χρόνια μετά

Στιγμή πρώτη: Θόδωρος ή Τεό

Δεν είναι λίγο να σε αναγνωρίζουν σε κάθε γωνιά της γης. Στο εξωτερικό είναι γνωστός ως Τεό. Οι ταινίες του προβάλλονται, παρακολουθούνται, μελετώνται ενδελεχώς, διδάσκονται στα πανεπιστήμια, επηρεάζουν νέους κινηματογραφιστές, έχουν κερδίσει βραβεία και βαρυσήμαντους τίτλους τιμής. Εξίσου μεγάλη τιμή όμως, είναι να σε αναγνωρίζουν οι «απλοί άνθρωποι» στην επαρχεία της ψωροκώσταινας Ελλάδας. Αυτή άλλωστε υπήρξε η μούσα, τα δικά της λασπωμένα και αφτιασίδωτα τοπία επέλεξε με στοργή, κατέγραψε και προέβαλλε στο πανί. Το επόμενο περιστατικό περιγράφει ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Ιστορία των Χρόνων μου».

Ψάχνω να βρω το χωριό του "Μεγαλέξαντρου". Θέλω ένα χωριό, σαν της "Αναπαράστασης, αλλά όχι το ίδιο. Ψάχνω να βρω το χωριό λοιπόν κι έχουμε ξεκινήσει με το μακαρίτη, τον αγαπημένο μου, το Μικέ (Καραπιπέρη) και γυρίζουμε. Οδηγεί ο Μικές. Ψάχνουμε από 'δω ψάχνουμε από 'κει, πηγαίνουμε στα χωριά της Πίνδου. Βρισκόμαστε στο Συρράκο ένα βράδυ, τέλος του καλοκαιριού, μετά από βροχή. Γλιστράει ο δρόμος και πάμε σιγά-σιγά και φτάνουμε πραγματικά πολύ αργά. (...) Το χωριό είναι εκπληκτικό, πέτρινο, αλλά τόσο καλοδιατηρημένο που έμοιαζε σαν να είναι σχεδόν τουριστικό. Παρ’ όλα αυτά δεν ήτανε. Είχε μόλις τελειώσει η γιορτή που κάνουν οι Βλάχοι για το τέλος του καλοκαιριού και ετοιμαζόντουσαν με τα κοπάδια να κατέβουν κάτω στον κάμπο. Ηλεκτρικό δεν υπήρχε, οι λάμπες σβήναν μία μία στα σπίτια, αλλά το καφενείο ήταν ανοιχτό. Μπαίνουμε μες το καφενείο και μας κοιτάζει ο καφετζής. Λέει: "Παιδιά, από πού έρχεστε εσείς; Πού βρεθήκατε εδώ;" (...) Λέει ο Μικές: "Ε, να ο κύριος Αγγελόπουλος ψάχνει να βρει ένα χωριό κι έχουμε φάει τον κόσμο". Λέει ο καφετζής: "Μη μου πεις ότι είσαι ο Αγγελόπουλος!". Εγώ σκέφτηκα ότι έλεγε για τον άλλο τον Αγγελόπουλο, τον τραγουδιστή, τον τσιγγάνο. Αποκλείεται να με ξέρει τώρα, πώς να με ξέρει αυτός ο άνθρωπος εδώ... "Είμαι ο Αγγελόπουλος, εγώ...". "Ξέρω, κάνεις ταινίες. Τις έχω δει όλες." Λέω "και πού τις έχεις δει όλες;" "Στην Πρέβεζα". (...) Στο βάθος του καφενείου ήτανε μια σόμπα (...) κι ένας γέρος ακουμπισμένος πάνω σε μια γκλίτσα και φορούσε τα τοπικά ρούχα. Του λέει "Μπαρμπα-Γιώργη, ξέρεις, ο κύριος έχει κάνει την ταινία (...) την Αναπαράσταση. Λέω, έχει γούστο να έχει δει κι ο γέρος την ταινία. Ρωτάω "την έχει δει;" "Ε βέβαια" μου λέει, "όλοι εδώ την έχουμε δει". Γυρίζω στο γέρο και του λέω "Δεν μου λες, μπάρμπα, πώς σου φάνηκε;" "Κοίταξε", μου λέει με ύφος σοβαρό, "μερικά πράγματα δεν τα κατάλαβα... αλλά είναι δικό μας πράμα". Καλύτερο έπαινο γι αυτή την ταινία δεν έχω ακούσει.

Στιγμή δεύτερη: Θίασος

Ο Θίασος (1975) ακολουθεί ένα θεατρικό μπουλούκι που περιοδεύει στην Ελλάδα τη δύσκολη και μεταβατική περίοδο από το 1939 μέχρι το 1952. Οι εικόνες συγκλονιστικές, φωτίζουν ιστορικά γεγονότα και βοηθούν το θεατή, όπως και τον ίδιο τον Αγγελόπουλο, «να καταλάβει, την Ελλάδα». «Καμία ταινία δεν μ' επηρέασε πιο πολύ από το Θίασο. Από τότε που την είδα, ζω με το ένα πόδι στη γη και το άλλο στ΄ όνειρο», λέει η φίλη μου η Κυριακή. Και της απαντά ετεροχρονισμένα μα αληθινά ο σκηνοθέτης:

Κάνουμε ταινίες, ακριβώς γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε καθημερινότητα στη ζωή μας αυτό που θέλουμε να πούμε. Τ' ονειρευόμαστε λοιπόν και το προτείνουμε και το επαναπροτείνουμε, μήπως μέσ' απ' αυτή τη διαδικασία κερδίσει το άγγιγμα.

Στιγμή τρίτη: Θάλασσα όχι θάνατος

Κάπως κινηματογραφικά ήρθε ο θάνατος. Στα γυρίσματα της –ανολοκλήρωτης- ταινίας «Η Άλλη Θάλασσα». Ας πούμε ότι δεν ήταν θάνατος στ' αλήθεια, παρά μονάχα η επιθυμία του σκηνοθέτη «δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω/ ξεχάστε με στη θάλασσα/ σας εύχομαι υγεία και ευτυχία». Μα φυσικά, αφού τα ίχνη της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ανεξίτηλα όταν πρόκειται για τον άνθρωπο που απαθανάτισε το χρόνο. Δεν γιορτάζεται ο θάνατος, αλλά η ζωή, ό,τι κρατάει για πάντα.

Τίποτα δεν τέλειωσε, τίποτα ποτέ δεν τελειώνει. Επιστρέφω εκεί όπου άφησα μια ιστορία να γλιστρήσει μες το παρελθόν, να χάνει σε διαύγεια από τη σκόνη του χρόνου. Κι ύστερα απροσδόκητα κάποια στιγμή επιστρέφει, σαν σκοτεινό όνειρο. (Η Σκόνη του Χρόνου, 2008)