_κινηματογράφος_θέατρο

Η ιστορία της Σάρον Τέητ και του Ρομάν Πολάνσκι

...και το 'γλέντι' του τύπου γύρω από μια στυγερή δολοφονία

“...κανένας στον Τύπο δεν έκανε τίποτα για να επανορθώσει όλες εκείνες τις χυδαίες ανοησίες που έγραφαν ως τότε για τη Σάρον, για εμένα και για τον “έκφυλο” τρόπο της ζωής μας”

Με την ξαφνική επιτυχία της ταινίας “Το μωρό της Ρόζμαρι”, ο Πολωνός Ρομάν Πολάνσκι έγινε από τη μία μέρα στην άλλη το χρυσό αγόρι του Χόλυγουντ. Στην ταινία, η ηρωίδα πέφτει θύμα μιας ομάδας σατανιστών που, με τη συνεργασία του συζύγου της, την επιλέγουν για να γεννήσει τον αντίχριστο. Η ταινία σόκαρε την εποχή που προβλήθηκε, με τους συντελεστές της να δέχονται εκατοντάδες απειλητικά γράμματα από φανατικούς καθολικούς που τους κατηγορούσαν για σατανιστές. Πέρα από αυτό όμως η ταινία αυτή θα επηρέαζε και την εικόνα του Πολάνσκι στο αμερικάνικο κοινό στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του.

Ο γνωστός σκηνοθέτης, μετά από αρκετό καιρό σχέσης με την πανέμορφη ηθοποιό Σάρον Τέιτ, αποφασίζει να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Η Σάρον και ο Πολάνσκι ήθελαν το παιδί να γεννηθεί στην Αμερική. Έτσι, όταν η 26χρονη τότε Σάρον έφτασε στο όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της αποφάσισε να φύγει και μόλις ο Πολάνσκι θα τελείωνε το σενάριο που έγραφε θα πήγαινε να την βρει.
“Ο αποχαιρετισμός μας ήταν σύντομος, και αυτή τη φορά περισσότερο συγκινητικός απ’ τις άλλες φορές. Δεν ξέρω γιατί. Και οι δύο είχαμε βουρκώσει. Καθώς την αγκάλιασα και τη φιλούσα μια απαίσια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου: δεν θα την ξαναδώ ποτέ”.

Το πρωινό του Σαββάτου στις 9 Αυγούστου 1969, οι δρόμοι στο σπίτι στη Σιέλο Ντράιβ είχαν κλείσει από αυτοκίνητα της αστυνομίας και ο τόπος ήταν γεμάτος φωτορεπόρτερς. Το προηγούμενο βράδυ καθώς η Σάρον ήταν στο σπίτι με μία μικρή παρέα, μία ομάδα “δαιμόνων” μπήκε στο σπίτι και διέπραξε ένα από τα αγριότερα εγκλήματα. Όταν οι αστυνομία μπήκε στο σπίτι διαπίστωσε ότι η Σάρον, καθώς και οι τρείς φίλοι της, ήταν φρικτά κατακρεουργημένοι. Ένα πέμπτο πτώμα βρέθηκε στην αυλή του σπιτιού το οποίο ανήκε στο γιο του κηπουρού που είχε επισκεφτεί το σπίτι για λίγο. Ο Πολάνσκι ενημερώθηκε για το θάνατο της συζύγου του από το τηλέφωνο.
Από εκείνη τη μέρα και μετά, ο Τύπος είχε αφηνιάσει. Ένα σωρό κουτσομπολιά για πάρτι οργίων, μαύρες μαγείες και οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς, γινόταν πρωτοσέλιδο. Η γενική γραμμή στα άρθρα των εφημερίδων ήταν “Αυτές είναι οι ταινίες που γυρίζεις, άρα τέτοια θα είναι και η ζωή σου.”. Ένα άλλο άρθρο είχε τίτλο “Γιατί η Σάρον έπρεπε να πεθάνει.”, υποστηρίζοντας πως το ζευγάρι είχε προκαλέσει το θάνατό της ζώντας μία ανήθικη και οργιαστική ζωή κυριευμένοι από την αμαρτία και τα ναρκωτικά. Οι περιγραφές ήταν γεμάτες υπονοούμενα ότι όλα έγιναν στην διάρκεια κάποιας σεξουαλικής τελετής. Η στυγερή αυτή δολοφονία έμενε στην ιστορία ως ένα άγριο έγκλημα που προκλήθηκε από τα ναρκωτικά και τον διάβολο.

Οι υποψίες της αστυνομίας εκείνες τις ημέρες στρέφονταν κυρίως εναντίον του Πολάνσκι. Μετά από πολλές ανακρίσεις, αλλά και αφού πέρασε το τεστ της αλήθειας, έπαψε να αποτελεί ύποπτο. Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα η αστυνομία έφτασε στα χνάρια του μεγαλύτερου κατά συρροή δολοφόνου, του Τσαρλς Μάνσον, και της “οικογένειάς” του. Ο Πολάνσκι είχε δώσει αμοιβή 25.000 δολάρια σε όποιον θα έδινε κάποια πληροφορία σχετικά με τους φόνους. Μία κρατούμενη είχε κρυφακούσει την κουβέντα μεταξύ δύο άλλων γυναικών κρατουμένων που συζητούσαν για το έγκλημα. Η μία από αυτές ήταν η Σούζαν Άτκινς μέλος της “οικογένειας” του Μάνσον. Η Σούζαν διηγήθηκε στην αστυνομία πως όρμηξε μέσα στο σπίτι μαζί με τους συντρόφους της, αφού έκοψαν πρώτα τα τηλεφωνικά καλώδια, και τους δολοφόνησαν. Στη συνέχεια, με το αίμα της Σάρον έγραψαν στην πόρτα του σπιτιού τη λέξη «γουρούνι». Όσο για τα ναρκωτικά, τα όργια και τις τελετουργίες, ήταν όλα άσχετα.

“Αυτό που με πείραξε πραγματικά, όταν οι εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για τον Μάνσον και την “οικογένειά” του, ήταν ότι κανένας στον Τύπο δεν έκανε τίποτα για να επανορθώσει όλες εκείνες τις χυδαίες ανοησίες που έγραφαν ως τότε για τη Σάρον, για εμένα και για τον “έκφυλο” τρόπο της ζωής μας.”



Ο Μάνσον δεν είχε οργανώσει τους φόνους χωρίς κίνητρο. Πίστευε πως στο σπίτι έμενε ακόμα ο Τέρυ Μέλχερ, που κάποτε είχε απορρίψει ένα δίσκο του, και ήθελε να τον εκδικηθεί. Το πιο παράξενο ήταν πως μπορούσε να ελέγχει απόλυτα την “οικογένειά” του μετατρέποντάς τους σε τυφλά όργανα στον πόλεμό του κατά της κοινωνίας.
Οι περιπέτειες του Πολάνσκι με τη δικαιοσύνη και τον τύπο δε σταμάτησαν εδώ, αλλά συνεχίστηκαν χρόνια αργότερα με νέο περιστατικό. Με την ιστορία αυτή ίσως να ασχοληθούμε σε μελλοντικό αφιέρωμα.