R

e

j

e

c

t

e

d

a

c

t

s

image

Γεωργία Βασιλειάδου

Η «Ωραιότερη Άσχημη» του ελληνικού κινηματογράφου

«Μακαρονάκι κοπτόν», « Να λείπουν τα βεγγαλικά κι οι φωταψίες», «Με μαλλί ντουλαπί …κομοδινί», «Εσείς από τι πάσΚετε, μιλίγκρα;», «Η ανιψιά μου κι εγώ είμαστε very very χολοσκασμένες», «Εμ βέβαια, τραπεζίτης κι αριστερός δεν πάει», «Δώσε τέλος πάντων ό,τι καταλαβαίνεις κι αν δεν έχεις χοντρά δεν πειράζει, μου τα δίνεις καμιά άλλη φορά που δεν θα έχεις ψιλά».

Ένα τσουβάλι ατάκες της στιγμής με διάρκεια στο χρόνο. Ένα πρόσωπο αιώνια φρέσκο, παρόλες τις τσάκες του. Η «Ωραιότερη Άσχημη», το ζωντανό ξεκάρδισμα που άγγιζε το κλάμα,η μεγάλη κυρία της ελληνικής κωμωδίας… Γεωργία Βασιλειάδου. «Η κωμικιά των κωμικών, ω Κωμικιά!» κατά τον Κώστα Χατζηχρήστο που στις 12 Φλεβάρη 1980 κοιμήθηκε κι αραίωσε το χαμόγελο στα χείλη μας. Με βιτρίνα κρυστάλλινη και ψυχή λαβωμένη που χάριζε ανέξοδα το χιούμορ της, όχι γιατί είχε περίσσια, μα για να ξορκίσει πρώτα τους δικούς της δαίμονες και μέσα απ’ τον προσωπικό εξαγνισμό της να οδηγήσει κι εμάς στην κάθαρση. Ήταν ένας άνθρωπος που γεύτηκε τη ζωή με το πικρό μέρος της γλώσσας κι αν η γεμάτη ευφορία, η εύθυμη εικόνα της, αυτή που άφησε στη θύμησή μας, ήταν αρκετή για να την ανεβάσει στο θρόνο της κωμωδίας, μια κλεφτή ματιά στην αθέατη πλευρά των ημερών της εγγυάται πως δε θα εκπέσει ποτέ.

single photo

Μεγαλωμένη στην Κυψέλη από οικογένεια φτωχή και θρήσκα, ο Θεός δοκίμασε την πίστη της στα 11 της χρόνια, όταν αυτή και τα 9 (!) αδέρφια της ορφάνεψαν από πατέρα. Η φτώχεια θέριευε και ταυτόχρονα σιγόσβηνε γι’ αυτήν η δυνατότητα του σχολείου. Με τα μεγαλύτερα αδέρφια της καβαλούσανε λάθρα το πίσω μέρος των τραμ, κυνηγώντας (όπως ο πατέρας τους), όχι θηράματα αλλά το μεροκάματο.

"Γεννήθηκα 13 ετών, ημέρα του Αγίου Γεωργίου, όταν πρωτάκουσα για θέατρο από μια συμμαθήτριά μου κι αποφάσισα ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό"

single photo

Με το θράσος μιας έφηβης και τη δειλία μπρος στο άγνωστο μπούκαρε ένα πρωί στη Λυρική Σκηνή, καταφέρνοντας να κερδίσει τον άσημο τίτλο της μαθήτριας. Παράλληλα, εξασκούσε τη βελούδινη βαθειά φωνή της και λίγοι γνωρίζουν πόσο της άρεσε να τραγουδά. Τόσο που ούτε η οικογένειά της, που εξαγριώθηκε με την επιλογή της, δεν κατάφερε να της το στερήσει. Τράβηξαν τη μια πλάγια γραμμή του Χ, αφορίζοντάς της κι η ίδια το αποτελείωσε τραβώντας τη δεύτερη, αλλάζοντας μάλιστα το επίθετό της σε Βασιλειάδου από Αθανασίου που ήταν το πραγματικό της. Το πάθος για το θέατρο δεν ήταν παρά μια αδυσώπητη μάχη ανάμεσα στο στομάχι της και τη στεγνή της τσέπη. Τις βροχερές μέρες μόνωνε με χαρτί τα τρύπια παπούτσια της για να καταφέρει να πάει στο μάθημα. Απ’ την Κυβέλη και το πρώτο σανίδι στην αιώνια αντίζηλό της, Μαρίκα Κοτοπούλη που είδε την πεταλούδα μέσα από το κουκούλι και την «έκλεψε».

"Με είδε σ’ ένα θίασο το 1925 και μου είπε ορθά κοφτά πως είμαι ένα διαμάντι κρυμμένο στα κάρβουνα και πως θα με πάρει αυτή να με βγάλω όξω."

single photo

Κουβαλώντας μέσα της τη μονάκριβη κόρη της, Φωτεινή, καρπό ενός άτυχου γάμου, η φουσκωμένη κοιλιά την έχρισε πομπό και δέκτη ενός ζεύγους απορρίψεων. Αρνείται την πρόταση της Κοτοπούλη για περιοδεία στην Αμερική και το Εθνικό Θέατρο της κλείνει ρατσιστικά την πόρτα επειδή θα μεγάλωνε μόνη το παιδί της. Ένας απεγνωσμένος μεσημεριανός καφές στο καφενείο «Στέμμα», ένα στέκι των άνεργων ηθοποιών, έμελλε να της αλλάξει τη ζωή όταν μπήκε ο θρυλικός Αλέκος Σακελλάριος και στο πρόσωπό της είδε την επιτομή της κουτσομπόλας της γειτονιάς, ένας ρόλος που αποστρεφόταν μέχρι δακρύων και παραλίγο να μην έπαιζε ποτέ, ένας ρόλος που κέρδισε αμέσως το κοινό. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του ‘40 ψυχαγωγούσε τους φαντάρους στο μέτωπο και στη Γερμανική Κατοχή, έκρυβε Άγγλους στο υπόγειο του σπιτιού της βοηθώντας την Αντίσταση ενώ περιφερόταν ακόμα και ξυπόλητη απ’ το σανίδι στα συσσίτια των ηθοποιών που στήριζε ενεργά από το υστέρημά της.

"Εγώ δίνω κι ο Θεός μου τα δίνει απ’ αλλού"

Στη δεκαετία του ’50, κουβαλώντας στις πλάτες της μισό αιώνα ζωής, ξεκίνησε η συνεργασία με το Φίνο κι η άλλοτε νέα και γοητευτική κατά πολλούς Γεωργία Βασιλειάδου δέχεται από το κοινό που την αγάπησε ένα απρόσμενο δώρο όταν,με την ταινία «Η Ωραία των Αθηνών» με το Μίμη Φωτόπουλο και το Νίκο Σταυρίδη, της κόλλησε τη γλυκιά ρετσινιά της «άσχημης» του σινεμά. Κάποτε ο Νίκος Τσιφόρος τη ρώτησε περιπαιχτικά : “Βρε Γεωργία, το σκέφτηκες να πας να κάνεις πλαστική στο πρόσωπο;” κι εκείνη απάντησε :

"Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι άμα τις έπαιζα;"

Πάντως, δεν ξέρω γιατί τότε μοίραζαν τα προσόντα σαν τα γλυκά στα ζαχαροπλαστεία, εδώ κάνει την καλύτερη πουτίγκα, εκεί την καλύτερη τουλούμπα, η Γεωργία Βασιλειάδου είχε τον τίτλο της ωραιότερης γάμπας (?!?) της μεγάλης οθόνης. Μια 5ετία ταινίες που αξίζουν όσο τίποτα μια μόνιμη γωνιά του εγκεφάλου μας: «Η καφετζού», «Η θεία απ’ το Σικάγο», «Η κυρά μας η μαμή», «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Η κυρία δημαρχίνα», «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα κι ο κοντός», «Οι γαμπροί της ευτυχίας» χάρισαν σ’ εκείνη κι όλες τις επόμενες γενιές το γέλιο που μας χρωστά η ζωή και στη Γεωργία Βασιλειάδου τη ζωή που της χρώσταγε ο πόνος.

single photo

Το χαμόγελο εμπιστεύεται στο γέλιο τη χαρά που δεν μπορεί να σηκώσει κι εμείς εμπιστευτήκαμε στη Γεωργία Βασιλειάδου το γέλιο, αυτό που ο Όσκαρ Ουάιλντ είπε ότι είναι η καλύτερη αρχή για μιαν αγάπη και το καλύτερο για να τελειώσει. Στις 12 Φεβρουαρίου 1980 έσβησε μόνο το γέλιο της μα η αγάπη μας θα σιγοκαίει αιώνια.

κείμενο | μιχάλης χασιώτης
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + ιάκωβος καγκελίδης