Mια ισχυρή και ιδιότυπη μουσική προσωπικότητα που παίζει λύρα.

-«Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον λένε Ψαραντώνη…» αναρωτήθηκα χωρίς να περιμένω απάντηση από τη Νίκη.
-«Επειδή ο παππούς του έπιανε τους Τούρκους σαν τα ψάρια, λέει η Βικιπαίδεια» είπε και έκλεισε στα γρήγορα το Google για να μπούμε στον Μύλο.

κείμενο | γιάννης κατάκης */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης + γιάννης κατάκης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + οδυσσέας κοσμάτος
Ψαραντώνης
Ψαραντώνης

Μπαίνοντας μέσα είναι λίγοι εκείνοι που γυρνούν να μας κοιτάξουν καθώς όλα σχεδόν τα καθίσματα στα τραπέζια είναι γεμάτα. Ο κόσμος περιμένει, σκέφτηκα, και στιγμιαία χάρηκα που ήρθαμε πριν την ώρα έναρξης.

«Ο πατέρας μου θα ζήλευε που ήρθα, το μόνο σίγουρο», δήλωσα και χαμογέλασα σαρδόνια καθώς ανεβαίναμε τη σκάλα του εξώστη για τη γνωστή μας θέση.
«Στείλε του καμιά φωτογραφία να του δείξεις ότι τον θυμήθηκες τουλάχιστον», απάντησε χωρίς ίχνος σκανταλιάς. Περίεργες οι γυναίκες ώρες-ώρες.

Αφήνοντας τα τσιμπράγκαλά μας, βγάζω τη μηχανή να τεστάρω τις ρυθμίσεις και να περάσει η ώρα μέχρι να έρθει ο Λευτέρης, ο φωτογράφος της παρέας. Τραβώντας μερικές, βλέπω έναν μπόμπιρα να κάθεται σε ένα τραπέζι παραδίπλα, και εμφανώς βαριεστημένος να παίζει με τα ποτήρια, τον αναπτήρα και τα τσιγάρα της μαμάς του καθώς εκείνη μιλάει στο κινητό.

Ψαραντώνης
Ψαραντώνης

Γυρνώ ανάμεσα στα τραπέζια του εξώστη και καθώς θυμάμαι πως έχω στην τσάντα ένα μπουκαλάκι με ρακί, γυρνάω προς το τραπέζι μας. Τα πάντα είναι γεμάτα, ο κόσμος περιμένει και το παραξενότερο όλων είναι πως κανείς δεν κάνει σαματά από την αναμονή. Όλοι ήσυχοι, να μουρμουρίζουν και έτσι να επικρατεί μια προσμονή στον αέρα.

Κάθομαι, στρίβω, σβήνω την Ανωγιανή ρακί με λίγη μπίρα και ξαφνικά ακούω χειροκρότημα. Ούτε ανοίγματα μουσικά, ούτε παρουσιάσεις, ούτε προλόγους.

Ο Ψαραντώνης, ντυμένος στα καφέ, με γένια και μαλλιά στο γκρι, κάθεται στην καρέκλα και κουρδίζει λύρα και λαούτο. Σιγά-σιγά, βγαίνουν και οι υπόλοιποι, ένα λαούτο, ένα ούτι και ένα μπεντίρ.

Από το κοινό ακούγονται φωνές. Διάφοροι, ανάμεσά τους γέροι και παιδιά, ενήλικες και ένας μπόμπιρας που συνεχίζει να χτίζει πύργο με ότι έχει το τραπέζι. Τι στο καλό; Γιατί να φέρεις το παιδάκι εδώ;

Ψαραντώνης
Ψαραντώνης

Κάθε τραγούδι που τελειώνει, μεγάλο και βαρύ ακολουθείτε από χειροκρότημα, εξίσου δυνατό και μακρόσυρτο. Τραγούδια πολεμικά, με ρυθμό που σε ανεβάζει, «όρη, λαγκάδια και γκρεμνά σε σπρώχνουν να περάσεις». Κάτι γήινο, κάτι εσώτερο και ψυχικό αρχίζει να δονείται όταν ακούς τη μουσική και, εκεί ανάμεσα, τις “ερμηνείες” του Ψαραντώνη.

Δυσνόητος αν δεν ξέρεις τους στίχους, ακαταλαβίστικος σε απαίδευτα αυτιά όπως τα δικά μου, όμως δίνει κίνηση στα μέσα σου να αντισταθείς και να παλέψεις με όσα επέτρεψες. Να αποδεχθείς όσα σου τρώνε την ψυχή και ύστερα να τα καταλάβεις.

Ξανασηκώνομαι να βγάλω μερικές φωτογραφίες τώρα που ο κόσμος είναι εντελώς απορροφημένος και όντως, κοιτάνε όλοι την σκηνή. Περνάω ανάμεσά τους και ούτε που το καταλαβαίνουν. Φτάνοντας ακριβώς μπροστά στη σκηνή, ένας κύριος ζορίζεται τραβώντας την καρέκλα του και καθώς του κάνω νόημα πως δε χρειάζεται, μου χαμογελάει και με σπρώχνει ελαφρά ακόμα πιο κοντά στον Ψαραντώνη.

Εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη του και πατάω το κλείστρο όσο πιο πολλές φορές μπορώ, σαν κάτι χειρότερο από ερασιτέχνης φωτογράφος.

Σε λίγο το πρόγραμμα θα κλείσει και εγώ διψάω.

Ψαραντώνης
Ψαραντώνης

Φοβούμενος μην ο Λευτέρης μου έχει λεηλατήσει την μπίρα, επιστέφω κακήν κακώς στο τραπέζι και μόλις ανεβαίνω κάτι με κάνει να σκαλώσω.

Ο μπόμπιρας δε βαριέται πλέον. Έχει αφήσει τα υπόλοιπα και παρακολουθεί κι αυτός τη σκηνή. Καθισμένος στην πιο μπροστά θέση, με τα χεράκια του πιασμένα στα κάγκελα του εξώστη, όλη του η προσοχή είναι στραμμένη στα όργανα και στις 4 καθισμένες παρουσίες που δίνουν ένα κομμάτι της ψυχής τους.

«Νομίζω πως έχω ό,τι χρειαζόμαστε. Όποτε θέλετε, φεύγουμε», αναφωνώ και μαζεύω τα πράγματά μου.
«Δεν είναι νωρίς ακόμα;» απαντάει ο Λευτέρης.

Γυρνάω να κοιτάξω τον μπόμπιρα ξανά. Δεν έχει κουνηθεί εκατοστό από τη θέση του.

«Είδα ό,τι χρειαζόμουνα…»

Πίνω μια καλή γουλια, ανάβω ένα τσιγάρο και κοιτάω, σαν άλλος μπόμπιρας κι εγώ προς τη σκηνή.

κείμενο | γιάννης κατάκης
φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης + γιάννης κατάκης
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + οδυσσέας κοσμάτος