Μεθυσμένο παραμύθι

-Πάμε μια βόλτα για τρέξιμο στο δάσος;
-Ποιο δάσος;
-Ένα τέταρτο από το σπίτι σου… Σέιχ Σου.
-Δεν πας καλά… Το τρέξιμο θέλει ηρεμία, θέλει άνεση χρόνου, καθαρό μυαλό. Πού να πηγαίνουμε ως εκεί…

Μετά δεν θυμάμαι τίποτα. Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν δεμένη πισθάγκωνα στριμωγμένη σε ένα πορτ μπαγκάζ. Με ξεφόρτωσαν, λύθηκα κι άρχισα να τρέχω.

κείμενο | μάρα τσικάρα */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Στο δάσος, Μεθυσμένο Παραμύθι

Τα δέντρα χαζεύουν τον περιφερειακό. Χαιρετάνε διερχόμενα αμάξια. Γύρω τους πράσινο, γόπες, χαρτιά υγείας, καπάκια, μπουκάλια, προφυλακτικά. Απομεινάρια μιας παρέας που πέρασε καλά και συνέχισε τον δρόμο της.

Εδώ έχει ησυχία, έχει φύση και ουρανό. Σε μια στροφή φαίνεται κι η πόλη. Σαν να μπολιάστηκαν οι στεναγμοί του κόσμου και γέμισε ομίχλη ο ορίζοντας. Στη άκρη του μια θάλασσα, σφίγγει τη μέρα μέχρι να ουρλιάξει…

Πατούσες αμήχανες πατάνε χώμα και μπερδεύονται. Τα χόρτα γαργαλούν τα δάχτυλα κι αυτά χαχανίζουνε γλυκά. Τι ωραία που είναι εδώ πάνω… κι άξαφνα τεντώνεται το σώμα κι αναπνέει. Ισιώνει η πλάτη, ανεμίζουν τα μαλλιά, γέμισε το δάσος Κένταυρους κι Αμαζόνες.

Στο δάσος, Μεθυσμένο Παραμύθι

Μια γιαγιά μαζεύει τσουκνίδες για να κάμει πίτα. Πρώτα κυλιέται πάνω τους κι ύστερα τις χώνει στο ζεμπίλι. Αγόρια ψάχνουν μανιτάρια… ένας φυσιοδίφης βότανα για γιατροσόφια και δηλητήρια. Μια βάρκα αραγμένη στα λασπόνερα, πιο δίπλα η Οφηλία φτιάχνει κρεβάτι για να κοιμηθεί.

Μια παρέα με καλάθι του πικνίκ παίρνει ένα πρόγευμα στη χλόη. Πατάω ξερά κλαδιά και τους τρομάζω. Η γυναίκα είναι γυμνή οι άντρες ντυμένοι συζητάνε… ούτε που με προσέχουν. Θα κρυώσεις.. λέω λαχανιασμένη μα εκείνη δε μιλά… με κοιτά μες τις φόρμες και τα αθλητικά και με λυπάται.

Να κι ένα αμάξι με τζάμια θολά. Στεγάζει έρωτα παράνομο και σείεται το δάσος. Μια παιδική χαρά κι εμείς παιδιά που τρίζουνε πάνω σε τραμπάλα. Σε λίγο θα σκορπίσουμε ψωμί στο μονοπάτι να φάνε τα πουλιά να μην βρίσκουμε ποτέ τον δρόμο της επιστροφής. Παραδίπλα σκύλοι, ξυλοκόποι, αντάρτες, στρατιώτες, αιχμάλωτοι που ξέφυγαν και θέλουν να κουρνιάσουν.

Στο δάσος, Μεθυσμένο Παραμύθι

Καλπάζω σαν τον άνεμο κάτω από τα δέντρα. Με παπούτσια φτερωτά σαν πατούμενα του Ερμή, τρέχω να σας πω τα νέα. Αγγελιοφόρος των θεών, των ερώτων των κρυφών και των παλιών παραμυθιών που ξέχασαν πώς να μεγαλώσουν. Τι ωραία που είναι εδώ πάνω… Ο ιδρώτας σκάλωσε πάνω σε βλεφαρίδες. Το τοπίο θόλωσε και ξύπνησα στην πόλη.

Μου ζήτησες λέει να πάμε βόλτα για τρέξιμο στο δάσος κι εγώ δεν είχα καθαρό μυαλό για να σ’ ακολουθήσω.

Στο δάσος, Μεθυσμένο Παραμύθι

κείμενο | μάρα τσικάρα
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας