Μεθυσμένο παραμύθι

Ήμουνα λέει κάπου καλεσμένη. Να πάω να μην πάω… δεν ήμουν σίγουρη. Με τα πολλά, έβαλα ό,τι βρήκα και πήγα.
Τι είσαι ντυμένη;
Στιγμή, διαφήμιζα όλο καμάρι, μεταμόρφωσης καλής νεράιδας σε κακιά μάγισσα.

Ναι αυτό. Μ’ ένα ροζ νυχτικό στα δεξιά, μισή μαύρη ρόμπα στα ζερβά. Από κάτω της, μια μάλλινη κάλτσα και μαύρο μυτερό μποτάκι. Απέναντι, μισό ροζ καλσόν μέσα σε λευκό γοβάκι. Το μαλλί από τη μία μπλε και άγριο. Από την άλλη πράσινο συμμαζεμένο. Το ένα χέρι δαντελένιο κρατά ραβδί… το άλλο ξεσκισμένο κρατά σκούπα. Μακιγιάζ αντίστοιχο. Ό,τι πιο γλυκανάλατο από τη μια κι ό,τι πιο γκόθικ από την άλλη.

κείμενο | μάρα τσικάρα */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Στιγμή, Μεθυσμένο Παραμύθι

Γύριζα προφίλ κι άλλαζα πρόσημο στη νύχτα. Είμαι γλυκιά σας αγαπώ… είμαι στρίγγλα και σας τιμωρώ…

Το ένα χέρι έπινε χυμό, το άλλο Johnnie black. Το ένα τσιμπούσε διακριτικά αγγούρια και καρότα, το άλλο βουτούσε λαίμαργα σε πατατάκια και ξηρούς καρπούς. Λικνιζόταν η δεξιά με ποπάκια κι ατμοσφαιρικά… η ζερβή ροκού κουνιότανε και σειότανε η πόλη.

Στιγμή, Μεθυσμένο Παραμύθι

Η μία άκουγε και συμφωνούσε. Αναδείκνυε πάντα το καλό, χαμογελούσε χωρίς λόγο γιατί έτσι, η ζωή είναι καλή, ας μην είμαστε αχάριστοι… έλεγε κι επέμενε να στρώσει τα ανάποδα και τα στραβά όλου του κόσμου. Η άλλη σιχτίριζε. Τους σερβιτόρους τους πελάτες τα καρναβάλια την ώρα και τη στιγμή που βγήκε από τον πύργο της κι αντίκρισε τέτοια μιζέρια, τέτοια ασχήμια, τέτοια δηθενιά. Θα φύγω… έλεγε και μάρσαρε τη σκούπα της να ξεκινήσει. Ας κάτσουμε λίγο ακόμα… επέμενε η άλλη και της χάιδευε τον ώμο. Ο ώμος τιναζόταν εκνευρισμένα μα υπάκουε.

Στιγμή, Μεθυσμένο Παραμύθι

Μετά μπήκες εσύ. Γύρισε ξαφνικά και σε κοίταξε όλο το μαγαζί. Η μία έπεσε στα πατώματα, η άλλη ούτε να σε φτύσει. Εσύ μάλλον ορέχτηκες την άλλη και η μισή μου ζήλευε την άλλη της πλευρά. Άρχισαν τότε οι μπουνιές και οι τρικλοποδιές. Έχεις δει κορμί να ξεσκίζει τις σάρκες του; Μπλε και πράσινες τούφες στον αέρα; Χέρι να τσιμπάει το άλλο μέχρι να ματώσει; Χαστούκια και νυχιές να γδέρνουν τα ίδια σου τα μάγουλα; Πόδι να σπάει από κλωτσιά του διπλανού του; Εγώ έχω την καρδιά… τσίριζε η μια. Κι εγώ έχω το συκώτι… αντιτσίριζε η άλλη.

Τι είσαι ντυμένος, πρόλαβαν να σε ρωτήσουν μέσα από σύννεφα άγριου καβγά. Καθρέφτης. Είπες αινιγματικά.

Στιγμή, Μεθυσμένο Παραμύθι

Μείναμε και οι δυο ξερές να σε κοιτάμε. Πασαλειμμένες η μια με τα αίματα της άλλης. Με σπασμένες σκούπες και χαμένα ραβδιά. Με ρούχα και πρόσωπα κουρέλια που πλέον δεν ξεχώριζες ούτε πλευρές, ούτε πρόσημα. Μια αλήθεια κοινή και για τις δυο μας. Ένα τοπίο πολέμου πάνω σε ένα σώμα. Γυμνές και πληγωμένες. Ούτε γκρίνιες ούτε καλοσύνες. Εμείς… εγώ απέναντί σου. Με κοίταξες από πάνω ως κάτω… όπως κι εγώ.

Εσύ; Με ρώτησες. Τι ντύθηκες;
Στιγμή. Ψέλλισα. Στιγμή σκέτο.

κείμενο | μάρα τσικάρα
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας

Στιγμή, Μεθυσμένο Παραμύθι