Μεθυσμένο παραμύθι

Ήμουνα λέει στίγμα σε χαρτί… σαν σκουπίδι, που ήρθε κι έκατσε πάνω σε λευκή σελίδα. Φυσάω απαλά μα το στίγμα εγώ δεν πάω πουθενά. Πλησιάζω και με βλέπω τυπωμένη στρόγγυλη μαύρη και μικρή. Τελεία. Ψάχνω να βρω ποια πρόταση τελειώνω κι όμως μπροστά μου ούτε μια λέξη. Μια τελεία χωρίς παρελθόν, βουτηγμένη στη μοναξιά ενός άγραφου τοπίου. Μάλλον δεν έχεις τι να πεις… σκέφτομαι κι η τελεία αίφνης γίνεται διπλή. Άνω κάτω.

Share:

κείμενο | μάρα τσικάρα */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Στίγμα, Μεθυσμένο Παραμύθι

Η διπλή τελεία συνήθως εξηγεί… τι εξήγηση να δώσεις όταν απουσιάζει ακόμα και το θέμα; Αναρωτιέμαι και βλέπω την κάτω μου τελεία να μεταμορφώνεται σε κόμμα. Έγινα ερωτηματικό; Το κεφάλι μια τελεία και το σώμα άδειο αγκίστρι που επαιτεί. Ξέπνοο ουρλιάζει για απαντήσεις. Κάτι να πιστέψει και να κρατηθεί. Να γαντζώσει μια λέξη μήπως κι αποκτήσει ιστορία… να γίνει έστω μια ερώτηση ολοκληρωμένη.

Βάζω το χαρτί στο τζάμι και το ερωτηματικό εγώ κρεμιέμαι από το απέναντι μπαλκόνι. Ποιος να τρέξει και να σώσει μια άφατη απορία; Ταλαντεύομαι για λίγο κι έπειτα σπάω με δύναμη στο δρόμο. Γέμισε ο κόσμος κι η ψυχή μου αποσιωπητικά...

Αποσιωπητικά που ξερνάνε οι εξατμίσεις. Αποτυπώματα γάτας σε βρώμικο ουρανό. Τρυπώνουμε σαν ριφιφί κάτω από χαραμάδες. Ντυνόμαστε τη σκόνη μαγαζιών. Κατρακυλάμε σαν σουσάμι απ’ τα κουλούρια. Κολλάμε πάνω σε περαστικά χείλη, είμαστε σάλια που τρέχουν. Σε περαστικά μάγουλα… δάκρυα που δεν βρίσκεις την πηγή τους.

Στίγμα, Μεθυσμένο Παραμύθι

Όταν τα αποσιωπητικά δεν έχουν κουράγιο άλλο να εκκρεμούν… πλησιάζουν μεταξύ τους αφήνοντας εμένα χώρια. Ένα επιβλητικό θαυμαστικό! Ξέμεινα πάλι σαν τελεία να ατενίζω τον κόσμο με μεγάλα μάτια και βαριά σκιά πάνω απ’ το κεφάλι μου. Από κείνες που αιωρούνται πάνω απ’ τη χαρά, τον φόβο, τον πόνο, το τρόμαγμα.

Η καριέρα μου ως θαυμαστικό πέρασε μέσα από πινακίδες, σου εφιστώ την προσοχή, κοίτα με φώναζα σαν Κασσάνδρα μανιασμένη. Πήγα και κόλλησα πίσω από λόγια παπάδων πολιτικών κι ερωτευμένων. Κι όταν δεν ερχόταν η παράδεισος που υπόσχονταν έβγαινα εγώ ο φταίχτης. Σήκωσα το χέρι και κρατήθηκα από τους άλλους. Γίναμε μια παύλα. Ένας διάλογος. Μια αναπνοή πριν από την πρώτη λέξη. Δεν ήμουν πια το τέλος πάρα μόνο η αρχή. Μια παύλα δεν έχει ευθύνες, μόνο καλές προθέσεις. Επικοινωνίας. Επαφής με τον έξω κόσμο.

Ώσπου να λυγίσει κάποτε κι αυτή, να μετατεθεί πιο μέσα, άλλοτε κατσούφα άλλοτε χαμογελαστή, παρένθεση… (που είτε την πεις ή την ξεχάσεις το νόημα δεν αλλάζει). Μια συνταξιούχα σκέψη, μια φλυαρία επιπλέον, μια σκηνική οδηγία έρμαιο στα χέρια κάθε σκηνοθέτη.

Στίγμα, Μεθυσμένο Παραμύθι

Ήμουνα λέει στίγμα σε χαρτί…



Share:

κείμενο | μάρα τσικάρα
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας