Μεθυσμένο παραμύθι

Ποδήλατα που λιάζονται στα κάγκελα και πιάνουν την κουβέντα… σου ‘χει τύχει; «Όχι ο δικός μου έχει φάει πολύ τελευταία, η δικιά μου δε με λαδώνει, δε με γυαλίζει, μ’ αφήνει μόνο στη βροχή για να σκουριάσω». Κάθομαι κι ακούω κι αποκρυπτογραφώ. Παράπονα, παινέματα, προβεβλημένες ενοχές πάνω σε δύο ρόδες. Μια μέρα έπιασα τον δικό μου να εξιστορεί με μαεστρία όλη μου τη ζωή. Μια ζωή ποδήλατα:

Share:

κείμενο | μάρα τσικάρα */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Μια ζωή ποδήλατα, Μεθυσμένο Παραμύθι

«Η απόφαση πάρθηκε έναν παλιό Σεπτέμβρη που εγκλωβισμένη σε ταξί έκανε ένα δίωρο να διασχίσει δύο δρόμους. Και το ραντεβού περίμενε στημένο… κι ο έρωτας βιαζότανε να ζήσει. Αν είχε τώρα ένα ποδήλατο… σκέφτηκε… σλάλομ θα έκανε ανάμεσα στ’ αμάξια. Ήταν μαύρο και τον λέγανε Νικόλα.

»Ο Νικόλας την άντεξε για ένα χρόνο. Υπομονετικός περίμενε να τελειώσει βάρδιες, καφέδες και μαθήματα. Άκουγε μονολόγους και παράφωνες καντάδες, όνειρα, τσατίλες και χαρές που κάναν τις ακτίνες του λάμπουν. Μια πόρτα έφαγε μόνο κατακούτελα και λίγα φούιτ που του ξεφούσκωναν το ηθικό. Ένα απόγευμα δεν ήτανε στη θέση του. Με γοερό κλάμα τον αναζήτησε παντού… μα κείνος άφαντος.

»Αφού πέρασε το πένθος ερωτεύτηκε τον Αγγελή. Είχε και πράσινο αυτός, πιο γερός, πιο ακριβός, πιο ταξιδιάρης. Μέχρι και στα Χανιά την ακολούθησε ο Αγγελής, της βρήκε σπίτι στην οδό Αγγέλων, πλάι στη «Γωνιά των Αγγέλων», το μαγαζί ενός ακόμη Άγγελου. Τόσοι Άγγελοι μαζί να τη φυλάνε. Πόσο ελεύθερος ένιωθε εκεί… χωρίς καυσαέρια, ούτε κλειδαριές, ούτε κολώνες να τον δένουν. Κι ήρθανε χρόνια δίσεκτα, μήνες κατακαημένοι… κι ούτε τον Αγγελή δεν ήθελε να βλέπει. Έστεκε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας και μαραίνονταν. Όταν το ‘σκασε, πήρε την ευθύνη πάνω της και τα δάκρυα ρουφήχτηκαν πίσω πριν ακόμα ξεμυτίσουν.

Μια ζωή ποδήλατα, Μεθυσμένο Παραμύθι

»Επόμενος ήταν ο Ακύλας. Ήθελε, λέει, φίλο στιβαρό που να κυλάει. Σταυρούπολη Χαριλάου Καλαμαριά κυλούσε ο Ακύλας κι έπαιρναν αέρα τα πετάλια του. Μεγάλος γυναικάς. Στα δικάβαλα έκανε κορίτσια να ουρλιάζουν. Τα βράδια την έβγαζε μπροστά από την τροχαία… ποιος να τον πειράξει; Ώσπου η τροχαία μεταφέρθηκε και την άλλη μέρα την περίμενε ένα λείψανο δεμένο, χωρίς ρόδες, σέλα και τιμόνι.

»Μετά ήρθε ο Νικήτας. Γεννημένος νικητής. Ασημί και κόκκινος, γυαλιστερός. Μαζί σκίζανε τους δρόμους για πολύ καιρό. Είχε και καλάθι αυτός… στρίμωχνε πάνω το Μαγιάκι και βολτάρανε στην πόλη. Ο αέρας της σήκωνε τ’ αυτιά και με μουσούδα βουτηγμένη στο τοπίο, ρουφούσε μυρωδιές. Αυτός πρωτοστατούσε σε πορείες… φωτογραφιζόταν για περιοδικά κι όταν η Μάγια έσερνε, πίσω του τρέχαν σερνικά. Τον Νικήτα τον έχασε στην Τσιμισκή. Ένα βράδυ που την πόνεσε πολύ.

Μια ζωή ποδήλατα, Μεθυσμένο Παραμύθι

»Ήρθαν κι άλλοι δανεικοί περαστικοί... ένας Σήφης, μια Ευτέρπη. Κι έπειτα εγώ. Με φωνάζει Ντάνυ γιατί, λέει, είμαι απέραντος γαλάζιος και σπαστός. Άβυσσος το μυαλό της. Με λέει και Κουτσομπόλη. Ανεβοκατεβαίνω σκάλες, τρυπώνω σε διαμερίσματα και μαγαζιά, μπαίνω στο θέατρο και παρακολουθώ την πρόβα. Αυστηρός και καλομαθημένος. Απαίτησα πέταλο ακριβό αν θέλει να γεράσουμε μαζί… Στο μπατζάκι της αφήνω πάντα μια μικρή υπογραφή… να με κουβαλάει σαν γράσο όταν δεν την κουβαλώ εγώ. Αυτή θυμώνει μα καταβάθως της αρέσει…»

Ποδήλατα που λιάζονται στα κάγκελα και πιάνουν την κουβέντα… σου ‘χει τύχει; Χαϊδεύω το τιμόνι του κι αυτός υποκλίνεται θεατρικά. Χαιρετά με μια ροδιά τους φίλους του και χανόμαστε αγκαλιά στην κίνηση. Σύντροφοι στο δρόμο και στα όνειρα.

Μια ζωή ποδήλατα, Μεθυσμένο Παραμύθι


Share:

κείμενο | μάρα τσικάρα
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας