Μεθυσμένο παραμύθι

Ήταν ένα μικρό καράβι που ήταν αταξίδευτο. Οέ οέ οέ οέ.

Και γκρίνιαζε συνέχεια. Κι όποτε άκουγε τη λέξη βόλτα έκανε σαν σκυλί φυλακισμένο σε διαμέρισμα. Σήκωνε αυτιά, έγερνε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά να βεβαιωθεί πως δεν παράκουσε. Βόλτα ναι… να πλεύσει σε νέους δρόμους, να γνωρίσει άλλους ουρανούς, να χαζέψει γλάρους και δελφίνια. Και μετά κατέβαζε τα αυτιά και στρωνόταν πάλι στη δουλειά γιατί δεν είχε χρόνο για χάσιμο.

κείμενο | μάρα τσικάρα */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Θεός για λίγο, Μεθυσμένο Παραμύθι

Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι μέσα εις τη Μεσόγειο. Οέ οέ οέ οέ.

Και ξαφνικά χρόνος υπάρχει. Να κοιτάξει το ταβάνι, τους τοίχους, το παράθυρο. Να φτιάξει μια τσάντα, να κλειδώσει το σπίτι και να ξεκινήσει βόλτα μεγάλη πολυπόθητη. Αφήνει την κούραση μιας χρονιάς να λιώσει σαν βούτυρο στον ήλιο. Βουτάει σε παγωμένη θάλασσα και σβήνει από το σώμα αγχάκια και σφιξίματα μηνών. Τρώει, πίνει, κοιμάται κι ερωτεύεται. Τι άλλο να ζητήσει κανείς. Έχει χρόνο ακόμη και για να μην ενημερώνεται. Τι ψηφίσανε, ποιος διορίστηκε, ποιος γιορτάζει, ποιος πέθανε, τι θα γίνει.

Κι έπειτα επιστρέφει. Αδειάζει τις βαλίτσες. Βάζει πλυντήρια. Ανοίγει ψυγεία. Τσεκάρει τι λείπει από το σπίτι, σπεύδει να το αποκαταστήσει. Λογικό είναι. Περάσανε….
…πέντε έξι εβδομάδες… τελειώσαν ό- ό όλες οι τροφές. Οέ οέ οέ οέ.

Θεός για λίγο, Μεθυσμένο Παραμύθι

Με κέφι μικρού παιδιού ξεμυτίζει από το σπίτι. Στο δρόμο για τον ανεφοδιασμό, σε κάθε τετράγωνο συναντάει κι έναν γνωστό. Διαφημίζει τα κατορθώματα του και μαθαίνει τα ξένα. Απολύσεις, συνεντεύξεις για δουλειές, δημιουργικό άγχος για δουλειές, εκδηλώσεις στην πόλη, νέοι χωρισμοί, νέες σχέσεις. «Μόλις άφησα ραβασάκι σε γραμματοκιβώτιο»… ακούει από κάποιον. «Για πες…» και ξαφνικά, Ζαλίκη και Φιλίππου γωνία, ανάμεσα σε παρκαρισμένα και διερχόμενα, προβάλλεται μια ολόκληρη ταινία. Ιουστινιανού και Δραγούμη, άλλη ταινία: «Μετακομίζω… μετά από τόση αγάπη». Και ξαφνικά έχει χρόνο… να δει. Να ακούσει ιστορίες άλλων. Ακόμη και να καταλάβει το νεράντζι που πέφτει από το δέντρο και τις διακόπτει απότομα. «Τα ‘μαθες… πέθανε και ο τάδε…»

Και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί. Οέ οέ οέ οέ.

Θεός για λίγο, Μεθυσμένο Παραμύθι

Ο πάγκος του μανάβη μια χρωματιστή παλέτα. Πλησιάζουν οι έμπειροι αγγίζουν μυρίζουν διαλέγουν. Αδειάζουν τα καφάσια, πηγαίνει ο χασομέρης στο κλείσιμο, τίποτα δεν βρίσκει. Τα πήραν όλα τα καλά. Ή μήπως ένας μεγάλος ζωγράφος βουτάει το πινέλο στην παλέτα-πάγκο και με το πορτοκαλί, το κίτρινο, το κόκκινο που του γυάλισαν δημιουργεί πίνακα σπουδαίο- θα τον αντικρίσουμε ποτέ;

Κάθε φορά που κάποιος πεθαίνει το καράβι το μικρό έτσι νιώθει. Σαν καρπούζι β’ και γ’ ποιότητας, σαν σκαρί αταξίδευτο που κάποιο έμπειρο χέρι δεν διάλεξε ακόμα. Επιλέχθηκε άλλος, ένας γείτονας που έμοιαζε καλύτερος. Χαμογελαστός. Πρόσχαρος. Γερός. Πιο φρέσκος. Πιο κατάλληλος να φαγωθεί.

Θεός για λίγο, Μεθυσμένο Παραμύθι

Γυρίζει στο λιμάνι με σακούλες γεμάτες αναλώσιμα. Μόλις που πρόλαβε τη βροχή. Μούσκεμα έγινε η μέρα. Σε λίγο θα ξεχαστούν πάλι όλα, αυτός που έφυγε, εκείνος που ερωτεύτηκε, ο άλλος που προδόθηκε. Δεν θα έχει χρόνο να βλέπει, να ακούει, να χασομεράει στα τετράγωνα, να πιάνει κουβέντα. Θα του λείπουν οι βόλτες. Ο πάγκος του μανάβη θα γεμίζει θα αδειάζει θα στερέψει. Το μανάβικο θα κλείσει. Θα ανοίξει κάτι άλλο.

Κι αν σας αρέσει αυτή η ιστορία, την ξαναλέμε λέμε απ’ την αρχή…

Θεός για λίγο, Μεθυσμένο Παραμύθι

Όχι. Δεν του αρέσει αυτή η ιστορία… μα άντε να ξεκολλήσει το παιδικό τραγούδι από το αταξίδευτο μυαλό του… Οέ οέ οέ οέ.

κείμενο | μάρα τσικάρα
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας

Θεός για λίγο, Μεθυσμένο Παραμύθι