Μεθυσμένο παραμύθι

Ένα βράδυ που ‘βρεχε, που ‘βρεχε μονότονα, αυτή καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Γύρω της συναυλία. Στο τάσι έσταζε το τραύμα ένα, στο ταψί το τραύμα δύο, στον κουβά τα τραύματα τρία και τέσσερα κι ένα πέμπτο απ’ το παράθυρο κατρακυλούσε πάνω σε παλιές φανέλες-σφουγγαρόπανα. Κοίταζε τα τραύματα που σταματημό δεν είχαν… πήρε το τσιγκελάκι απ’ το καλάθι κι άρχισε να διηγείται στην κλωστή όλη της τη ζωή:

«Αχ γιάβρουμ… τέσσερες αδερφές κι εγώ η Δέσποινα η μικρή. Έσκαβε λακκούβες στο χώμα ο πατέρας για τις προίκες μας. Ήρθε ο πρώτος πήρε. Πήρε κι ο δεύτερος κι ο τρίτος. Μετά γιοκ. Ήρθαν οι τσετέδες και μπαμ και μπουμ. Εγώ ήμουνα δώδεκα όταν φύγαμε. Τότε είδα θάλασσα πρώτη μου φορά. Η μάνα πλήρωσε βαρκάρη για να βγούμε απ’ το καράβι. Φοβόταν μη μας κουρέψουνε στην καραντίνα. Ήρθαμε στην Ελλάδα. Αφήσαμε πίσω σεντόνια κουρτίνες τραπεζομάντιλα ασημικά. Κι ο Λευτέρης είχε φύγει για να μην πάει στρατό με τους Τούρκες. Κρύφτηκε σε ένα πιθάρι, τον βρήκανε και τον πετάξανε στη Χίο. Ήρθε Θεσσαλονίκη, μας γνώρισαν μας πάντρεψαν. Κάναμε δυο παιδιά κι ένα κορίτσι. Ελληνικά έμαθα στο σχολείο των παιδιών. Πήγα στο δάσκαλο και του ‘πα το και το. Μάθε με και μένα να μιλώ να συνεννογιέμαι. Με τον Λευτέρη τούρκικα ξέραμε τούρκικα μιλούσαμε».

κείμενο | μάρα τσικάρα */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Ένα βράδυ που ‘βρεχε, Μεθυσμένο Παραμύθι

Μιλάει μιλάει… θηλιά δεν χάνει, μεγαλώνει το σεμεδάκι. Γίνεται θάλασσα όταν κλαίει, πατσαβούρι όταν θυμώνει. Πότε ακριβή νυφιάτικη νταντέλα, πότε κουρτίνα για το «μέρος» που είναι στην αυλή. Στο «μέρος» κρύβεται το κορίτσι. Καμιά αταξία θα έκανε και περιμένει να γυρίσει ο πατέρας που την αγαπά μην τις φάει από τη μάνα. Έξω βρέχει, μέσα στάζει, αυτή κρυώνει, η ώρα δεν περνά… κουρνιάζει και διαβάζει από τα κρεμασμένα κομμάτια εφημερίδας.

«Εδώ είσαι βρε ζεβζέκα σερσερού…» και την επιάσανε. Και μόλις είχε βρει μια άγνωστη λέξη. «Τι είναι α-νοι-κο-δό-μη-ση μαμά;» Η μαμά μπερδεύεται. Η μικρή ξεχνάει να τις φάει. Επιτρέπεται να μην ξέρει να εξηγήσει στο παιδί; Τη βάζει κάτω απ’ τη μουσαμαδιά και τρέχουν μες το σπίτι. Βάζει τη εφημερίδα στη σόμπα να στεγνώσει για να δει. Λίγο πιο κάτω στο μεγάλο δρόμο χτίζονται πολυκατοικίες. Αυτή είναι η ανοικοδόμηση.

Ένα βράδυ που ‘βρεχε, Μεθυσμένο Παραμύθι

«Εγώ εδώ δε μένω. Δεν ήρθα από τα βάθη της Μικράς Ασίας για να τρέχω με τα τάσια να μαζέψω τη βροχή. Διαμέρισμα». Είπε στον Λευτέρη, όταν γύρισε μούσκεμα από τη δουλειά. Την άλλη μέρα κατέβηκε στον μεγάλο δρόμο, σκαρφάλωσε σε ένα γιαπί, μέτρησε, παζάρεψε το ‘χε κιόλας κλείσει. Μετά από λίγους μήνες, μετακόμισε σε διαμέρισμα. Μετά από λίγα χρόνια, το ‘δωσε προικιό στην κόρη της. Μετά πρόσεχε τα εγγόνια. Παίζαν αυτά, ζωντόβολα, με κούκλες και τουβλάκια κι αυτή δίπλα με το τσιγκελάκι διηγιόταν στην κλωστή όλη της τη ζωή.

Ένα βράδυ που ‘βρεχε, Μεθυσμένο Παραμύθι

Και σήμερα βρέχει από το πρωί. Μαζεύω με εφημερίδες τα νερά που έμπασε το σπίτι. Από την κουζίνα ακούω μια φωνή που ‘χω να ακούσω χρόνια: «Αχ γιάβρουμ…» Τρέχω σαστισμένη, τι να δω… Ναι είναι αυτή. Στεγνώνει τις εφημερίδες στο καλοριφέρ για να μπορέσει να διαβάσει. «Εμείς ήμασταν τυχεροί… είχαμε ένα σπίτι κι ας ήταν σουρωτήρι… κι ας μην ήταν στο μεγάλο δρόμο».

Κι έγινε το σεμεδάκι πάλι θάλασσα, χωρίς τρύπες, με θηλιές σφιχτές να μην βυθίζονται οι ξενιτεμένοι. Κι έγινε το σεμεδάκι μια σκεπή για όλα τα τραύματα του κόσμου.

κείμενο | μάρα τσικάρα
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας

Ένα βράδυ που ‘βρεχε, Μεθυσμένο Παραμύθι