Μεθυσμένο παραμύθι

Η σχέση αρχικά ήταν εργασιακή. Εκεί ακουμπούσα δίσκους πριν και μετά το σερβίρισμα. Μετά τη δουλειά ξέμενα κι εγώ πάνω του. Χάζευα τα ακροβατικά του μπάρμαν, τους ξεχασμένους από το πρωί, τους φρέσκους, τα μπουκάλια στα ράφια. Σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, γινόμουν άλλοτε μικρή και κολυμπούσα στα ποτήρια, άλλοτε μεγάλη και δε με χωρούσε ο τόπος. Σιγά σιγά όλα θόλωναν. Κι όσο πιο πολύ άφηνα το βάρος μου στο μπαρ, τόσο πιο θελκτικό αυτό γινόταν.

κείμενο | μάρα τσικάρα */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Στις προβλήτες των μπαρ, Μεθυσμένο Παραμύθι

Μεγάλο προνόμιο να βρίσκεις κενή θέση σε πυκνοκατοικημένη μπάρα. 40 εκατοστά ολόδικά σου για να εναποθέσεις μια ολόκληρη χαρμάνα μέρα. Ένας θρόνος για να ακούς, να κρυφακούς, να πίνεις, να παρατηρείς. Σκαρφαλώναμε στα σκαμπό και άρχιζε το ταξίδι. Κορίτσια να παραγγέλνουν ένα προτελευταίο, να μιλάνε, να μαλώνουν, να γελάνε, να ανεβοκατεβάζουν τα ντεσιμπέλ, να παίζουν με τον απέναντι, να κερνιούνται, να ενδίδουν, να απορρίπτουν, να ονειρεύονται. Να μας βρίσκει ξάφνου το πρωί και να σκάει μύτη το πρώτο φως από το δρόμο. Πού να φανταζόμασταν ότι προνόμιο δεν ήταν ποτέ η θέση αλλά ότι είχε η μία την άλλη.

Στις προβλήτες των μπαρ, Μεθυσμένο Παραμύθι

Όταν δεν υπήρχε παρέα να ακολουθήσει, έπαιρνα μαζί μου ένα μπλοκάκι. Το ποτό δίπλα, τα φιστίκια, τα τσιγάρα κι ένα τεφτέρι να κρατάει τα πρακτικά. Ξεκινούσα με γράμματα στρωτά, ημερομηνία πάνω δεξιά, προσδιορισμός του τόπου, καμιά φορά και ακριβή ώρα έναρξης της νύχτας. Τα λέγαμε με το μπλοκάκι ώρες. Ζαλιζόμουν κι εγώ κι αυτό, μεθούσαν οι γραμματοσειρές, οι μουσικές, οι υπόλοιποι θαμώνες. Αν υπήρχε ενδιαφέρουσα γνωριμία, αυτό έκανε τα στραβά μάτια. Περίμενε υπομονετικά να με ξαναπιάσουν μοναξιές να του ξαναμιλήσω. Ήξερε εξάλλου πως οι πιο ωραίες σημειώσεις είναι εκείνες που δεν πρόλαβαν να γραφτούν. Πλήρωνα, το ‘βαζα στην τσάντα, γύριζα σπίτι παραπατώντας και τραγουδώντας «κάνε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου…». Και ενώ προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανέναν, η νύχτα έμοιαζε να με γνωρίζει πιο καλά από τον καθένα.

Στις προβλήτες των μπαρ, Μεθυσμένο Παραμύθι

Τα νηφάλια ερωτικά ραντεβού στεγάζονταν συνήθως σε τραπέζι. Έριχνα κλεφτές ματιές στο μπαρ σαν σε παράνομο δεσμό. Αυτό γελούσε, έστελνε νεύματα επί/από- δοκιμασίας ανάλογα. Άλλοτε μου ‘λειπε, άλλοτε χαιρόμουν που άλλαξα επιτέλους στέκι. Έβρισκα μια αφορμή να το πλησιάσω και με ύφος ντίβας ή κουρασμένου πολεμιστή να του ψιθυρίσω στα κλεφτά… εμείς… φεύγουμε. Κι όταν γινόμουν πάλι σκέτο «εγώ», επέστρεφα με κατεβασμένο κεφάλι στη θαλπωρή του.

Στις προβλήτες των μπαρ, Μεθυσμένο Παραμύθι

Σήμερα ας πούμε. Είμαι πάλι 21, η πόλη έχει κέφια και ζωή, αντέχω το ποτό, έχω φίλους στην πόλη, αγκυροβολώ σε ένα μπαρ και τους περιμένω. Δεν έχουμε ακόμα κινητά, με έχουν στήσει, δεν πειράζει, κοιτάζω τα μπουκάλια, βγάζω το μπλοκάκι και σκαλίζω τις σελίδες του. Ημερομηνία, τόπο, ώρα, στρωτές κι αργότερα μεθυσμένες λέξεις… να ‘χω να νοσταλγώ όταν χάσω τα προνόμια.

κείμενο | μάρα τσικάρα
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας

Στις προβλήτες των μπαρ, Μεθυσμένο Παραμύθι