Με αφορμή τους στίχους του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Όταν λέω στους ανθρώπους πως δε μου αρέσει ιδιαίτερα η ποίηση συνήθως με κοιτάνε με στόμα και μάτια ανοιχτά.

Δε μεγάλωσα με ερεθίσματα τέτοιου είδους, κι ούτε ένιωσα ποτέ μου την ανάγκη να αγοράσω μια συλλογή. Πάντα το άφηνα στην τύχη, και κάτι τέτοιο, μιας και ακόλουθος της μοίρας που πολλοί μας αγνοούμε, με κάλυπτε εσώψυχα.

Ακόμα κι αν υπάρχουν ποιητές, Έλληνες, μεγάλοι και τρανοί, με Νόμπελ και επαίνους, πιστεύω πως πάντα θα χάνεται η ουσία όταν οι λέξεις περνάνε από τα μάτια στα μυαλά.

Γι’ αυτό κι εγώ τον ποιητή τον θέλω άσημο από καρδιάς του και ψυχής. Να μην το πιέζει να εκφραστεί για να νιώσω όσα βιώνει. Ούτε καν να καταπιάνεται με όσα έζησα εγώ. Μόνο αν τύχει, και σε κάποια του γραμμή αισθανθώ μια σύνδεση να αφιερωθώ, και ύστερα, αν είναι, ας ωριμάσω.

Δεν μου αρέσουνε πολλοί και δε θέλω να βιαστώ για να λέω πως ξέρω το τι είπαν.

“Δὲν ξέρω τί τῆς ἔκανες αὐτῆς τῆς καρδιᾶς
καὶ ξημεροβραδιάζεται μὲ τ’ ὄνομά σου
ὅμως ἐγὼ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος,
ἡ σάρκα μου πεινάει, θέλει νὰ φάει,
τὸ αἷμα μου κρυώνει, θέλει νὰ ζεσταθεῖ.
Νὰ φύγεις ἀπ’ τὴ μνήμη μου καὶ τὴν καρδιά μου.”

«Άσε μας ρε Ντίνο Χριστιανόπουλε. Ποιος ξέρει τι κουμάσι είσαι και του λόγου εσύ» ήταν η σκέψη μου και πήγα παρακάτω.

Όσοι κι αν μιλάνε για τον έρωτα ή την αγάπη ή ακόμα και την καψούρα τα μπερδεύουνε και δεν τους νοιάζει. Πετάνε ποίηση γνωστών μες την κουβέντα και αν τους ρωτήσεις ποια είναι η διαφορά, θα σε κοιτάξουνε για λίγο καταφεύγοντας σε κλισέ ατάκες που κάπου έχεις ξανακούσει. Γιατί δεν πιστεύουν λέξη απ' όσα λένε. Γιατί η τέχνη τους είναι για να προβάλλεται.

«Truth is like poetry. And most people fuckin hate poetry» κάπου είδα πρόσφατα και με ‘βαλε σε σκέψεις.

Ντίνου Χριστιανόπουλου

«'Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.
Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.
Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.
Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.»

Και πόση αλήθεια πρέπει να αντέχεις για να δεις τα όσα κάνεις στους άλλους; Ή μάλλον, πόση αλήθεια πρέπει να αντέξεις για να δεις τα όσα κάνεις στον εαυτό σου;

Όλη εκείνη την ανάγκη μας να υποφέρουμε, να νιώθουμε μικροί γιατί έτσι μας μάθανε, και αργότερα μόνοι μας επιλέξαμε επανειλημμένα. Να φοβόμαστε κάθε τι που θα μας σηκώσει, κάθε τι που θα αγαπήσει τη λιακάδα μιας ψυχής. Τη λιακάδα μαζί με τη βρωμιά μας. Που δε θα αγνοήσει όσα δεν είναι ωραία και φρου-φρου, δε θα κάνει τα στραβά τα μάτια. Θα τα αποδεχθεί και ίσως θα στηρίξει στην καταπολέμησή τους.

Κι εμείς καμιά φορά να λέμε ότι τους αγαπάμε κι αν πάνε να φύγουν, πέφτουμε στα πόδια τους. Τους έχουμε ανάγκη, κι όμως λέμε ότι τους αγαπάμε. Δεν μπορούμε μια ζωή μακριά τους και γινόμαστε όσα δεν είμαστε, με θυσίαν Εαυτού, για να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή.

Και αν ήξεραν πως ό,τι λατρεύεις το διαφθείρεις και πάλι θα κοιτάξουν. Με άγνοια και απορία να στάζουν από στόματα. Πως αυτός που αγαπάει αληθινά δεν το λέει πιο συχνά απ’ ό,τι το δείχνει, και πως οι δάσκαλοί μας σε αυτό θα έπρεπε να' τανε τα ζώα. Κοιτούν, για λίγο σκέφτονται, κι όμως επιστρέφουν στην καψούρα που βολεύει και απαιτεί.

Λένε πως σε λατρεύουν και σε κάνουνε αυτόματα Θεό τους κι ας ξέρεις πως δεν είσαι.

Ντίνου Χριστιανόπουλου

Κάνεις να τους φιλήσεις κι εκείνοι σε τραβάνε στο κρεβάτι. Το ‘χουνε ανάγκη και θέλουν μια απόλαυση να πάρουν, σαν επιβεβαίωση πως θα μείνεις εκεί. Συνεχίζεις να φιλάς και σε πιέζουν πιο πολύ να πέσεις δίπλα τους. Να γδύσεις ό,τι γδύνεται με το μάτι και τα χέρια. Ό,τι εύκολο.

«το φιλί
ενώνει πιο πολύ
απ’ το κορμί
γι’ αυτό το αποφεύγουν
οι πιο πολλοί»

Μια ειλικρίνεια που λείπει και το νιώθεις. Από σένα που χάνεις χρόνο. Από κείνους που χάνουν χρόνο. Κι απ’ τους δυο σας που χάνεται κομμάτια του εαυτού σας.
Γι’ αυτό και δε μου αρέσουνε πολλοί κι ούτε θέλω να βιάσω κάτι μέσα μου για να αρέσω αντίστοιχα. Μόνο σε εκείνες, τις όσες γραμμές νιώσω μια σύνδεση, εκεί να αφιερωθώ κι εν τέλη, αν είναι αλήθεια μου και ΑΝ μπορώ, ας ωριμάσω.

κείμενο | γιάννης κατάκης */* επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + ιάκωβος καγκελίδης