Εκδρομή στο Πάπιγκο

"Αν δεις πράσινο σύννεφο, τον ήλιο να σου κρύβει, μην πολεμήσεις τον καιρό, ούτε το φως που σκύβει. Μόνο να κάτσεις στη σκιά, μέσα σου να μετρήσεις, τα φύλλα που έγιναν φιλιά, κόμποι για να πατήσεις. Αν δεις πράσινο σύννεφο, τον ήλιο να σκεπάζει, ψάξε το δρόμο, μέσα σου, που προς το φως σε βγάζει".

Όλοι πάνε θάλασσα. Εμείς, είμαστε ανάποδοι άνθρωποι. Δεν θέλουμε κορμί κι αλάτι. Θέλουμε κορμοί κι αλάτι ιδρώτα. Πράσινο, πέτρα, εξοχή. Πάντα ανάμεσα στο αντηλιακό και το οξυγόνο, επέλεγα το δεύτερο.
Προτιμώ το δέος της κορφής, όχι το κυνήγι της επίπλευσης. Να ανέβω προς τα ψηλά, να αναλογισθώ πόσο μικρός είμαι.
Κι έτσι για λίγες μέρες, παρέα με το Λευτέρη, βρέθηκα στο νομό Ιωαννίνων. Μου είπε "έλα και δεν θα χάσεις". Εμένα, όταν μου λένε τέτοιες φράσεις, τρομάζω. Μα πάντα, για κάποιο ανεξερεύνητο λόγο, ο Λευτέρης με πείθει. Και έχει δίκιο. Είναι το αγνάντεμα; Είναι η ησυχία της φύσης; Αν ο παράδεισος είχε εικόνα στα λεξικά, σίγουρα αυτή η ζαγορίσια αρχιτεκτονική θα είχε την τιμητική της θέση.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης
Πάπιγκο
Πάπιγκο

"Αν είχε ο άνθρωπος φτερά, θα `ταν ο κόσμος του ψηλά, τα μάτια θα γιορτάζαν.
Μα πάλι οι δρόμοι του ουρανού, γραμμές στο μέσα του χεριού, τα σύνορα θ’ αλλάζαν. Κι ώσπου να φτάσει στα βουνά, με τα φτερά του τ’ ανοιχτά
θα κουραζόταν μόνος. Θα `θελε πάλι η καρδιά, να `χει μαζί της συντροφιά, να `ναι ελαφρύς ο δρόμος.
Πέρασε πάνω απ’ τα βουνά, με τα φτερά του τ’ ανοιχτά και χάθηκε σαν βέλος.
Κι όπως ησύχαζε η βροχή, πάλι του κύκλου του η αρχή, γεννιόταν απ’ το τέλος."

Πήγαμε στην Αστράκα, στον ποταμό Βοϊδομάτη και ξανασυστήθηκα με την δύναμη του Θεού. Αυτού που δεν αφήνει τίποτα στη τύχη του και ξέρει να υποτάσσει το ανθρώπινο βλέμμα στο  μεγαλείο του απλού. Δεν ήθελα να τελειώσει το τριήμερο στο μικρό και μεγάλο Πάπιγκο. Εικόνες σαν καρτ ποστάλ μου άλλαξαν το χρώμα των ματιών μου. Και τα στήθη μου πήραν ανάσα οξυγόνου και δύναμη να αντιμετωπίσουν την πεζότητα του μάταιου. Η όαση πάντα υπάρχει μέσα στο χάος όπου ζεις. Φτάνει να ταξιδέψεις, να ψάξεις,  να την βρεις...

Πάπιγκο
Πάπιγκο

"Αυτά τα γκρίζα σύννεφα, στου ποταμού την άκρη, είναι του μαύρου πρίγκιπα το φυλαγμένο δάκρυ.
Είναι τα ρούχα που άφησε μια νύχτα ένα κορίτσι. Πριν να το κλέψει ο άνεμος και στ’ όνειρο το κρύψει.
Αυτά τα γκρίζα σύννεφα που τ’ ασημώνει η λύπη. Είναι του έρωτα φτερά, όσο μακριά μου λείπει. 
Αυτά τα γκρίζα σύννεφα είναι πουλιά που τρέχουν. Είναι ψυχές ακοίμητες, που σπίτια πια δεν έχουν.
Είναι τα πικρολούλουδα και του ουρανού τα άνθη. Είναι στεφάνια αμάραντα, στου χωρισμού τα πάθη".

Ρετσίνες, βόλτες στο δάσος, όλα αγνά και ταπεινά. Δεν ήθελα συνδεσιμότητες, δεν ήθελα φιλτράκια για τσιγάρα. Κάθαρση, εξομολόγηση και θεία επιφοίτηση κορμιού και νου. Να, τι μου έφερε ο Λευτέρης με την ιδέα της εκδρομής του. Λες και χάλασε ο οργανισμός από την τόση ομορφιά της φύσης, εγώ ένα παιδί του τσιμέντου και του κέντρου, έψαχνα τα πατήματά μου. Μάταια...Το θείο της φύσης πάντα θα σε κάνει ζαλισμένος να το προσκυνάς.

Πάπιγκο
Πάπιγκο

"Πώς με βρίσκεις κάτι βράδια που σε θέλω και μαζί σου ξημερώνω κι ανατέλλω. Πώς τις νύχτες, τη φωνή την κάνεις χάδι, στου σπιτιού μου το τετράγωνο σκοτάδι. Κι οι μικρές αναπνοές σου πυρκαγιές στο πρόσωπό μου, το λαχάνιασμα του κόσμου στο κορμί σου, τα μαλλιά σου τυλιγμένα στη γροθιά μου, στον καρπό μου, έτσι θέλω να πεθαίνω παραβγαίνοντας μαζί σου. Πώς ανάβεις τους καημούς στον αναπτήρα, κι ανατρέπεις την απόφαση που πήρα. Πώς κυλάς από τα όρια του κόσμου σα σκιά, σαν μαχαιριά, σαν άνθρωπός μου."

Άνεμος η ζωή. Κοίτα να το καταλάβεις και να πας στα μέρη που ευλόγησε ο Θεός, σαν έπλασε την Ελλάδα. Σταμάτα τη γκρίνια, την τοξικότητα και άσε τα μάτια σου, να δούνε υγεία και πεταλούδες που ελεύθερα πετούν. Βράχια που χτυπήσαν αλύπητα τη ζωή σου, ΄γίναν σπίτια. Φτιάξαν ιστορία στους αιώνες. Και άτρωτη παράδοση. Φτιάξαν΄ρέματα σαν του Ρογκοβού. Αφέσου στη χλωρίδα και τη πανίδα του περιηγητή. Ανακάλυψε τι ομορφιές κρύβει η πλάση της λαογραφίας μας. Με τα παλιά σου σπορτέξ κλώτσα το πετραδάκι της ανησυχίας σου και τράβα να συναντήσεις τη νηνεμία. Στη γαλήνη της πλαγιάς Τύμφη. Κάπου στα 960 υψόμετρο...

Πάπιγκο
Πάπιγκο

"Κοιμήσου εσύ κι ο άνεμος θα φέρει, τις μουσικές που αγάπησες παιδί.
Μαζί και τις εικόνες απ’ τα μέρη, που ζωγραφίζεις χρόνια τώρα στη σιωπή.
Της νύχτας τα λαμπιόνια, δες, φωτίζουν, του μυστικού σου κόσμου το βυθό.
Ζωηρά τα χρώματά τους σου θυμίζουν, το βήμα του ακροβάτη στο κενό."


κείμενο | γιώργος παπανικολάου
+ φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης