R

e

j

e

c

t

e

d

w

o

r

k

s

image

Το στέκι του Μανώλη

Ένα πρωί στο Μπιτ Παζάρ

Η πόλη μου θυμίζει ζούγκλα.

Με δρόμους για μονοπάτια και κτίρια αντί για δέντρα καταφέραμε να αντιγράψουμε τη φύση για να νιώθουμε κοντά της. Αντικαταστήσαμε το χώμα με τσιμέντο και το ξύλο με μπετόν για να προστατευτούμε. Κάπως έτσι, μάθαμε να ζούμε αποκομμένοι.

Όταν όμως αντιγράφεις, τα παίρνεις όλα απ’ το πρωτότυπο. Και οι ζούγκλες μαζί με όλα τ’ άλλα έχουν μικρά, κρυφά σημεία που δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Σημεία που δεν ταιριάζουν με το θόρυβο και την καθημερινότητα που συνηθίσαμε.

Μπιτ Παζάρ
Υπάρχουν άγνωστες τρύπες μες στην πόλη. Σημεία που γνωρίζεις για τη νυχτερινή τους εμφάνιση και αγνοείς το τι γίνεται εκεί τη μέρα.
Ένα απ’ αυτά είναι το Μπιτ Παζάρ. Το παζάρι της ψείρας, όπως θέλει η μετάφραση απ’ τα τουρκικά.
Είναι αυτό ακριβώς. Αυτό που λέει το όνομά του. Σ’ αντίθεση με το γνωστό μύθο, δεν ήταν οι ψείρες που έβρισκες στα ρούχα που ψώνιζες. Το όνομά το πήρε επειδή αν είχες υπομονή και καλό μάτι θα έβρισκες τα πάντα ν’ αγοράσεις. Μέχρι και ψείρες!
Μπιτ Παζάρ

Διάφοροι πλανόδιοι πωλητές, μαζί με τους καταστηματάρχες είναι εκεί απ’ τις 6 το πρωί και μέχρι το μεσημέρι θα έχουν απλωμένη την πραμάτεια τους επάνω σε πάγκους και σεργκί (τα πανιά που απλώνουν στο έδαφος) για να περάσεις και να αφήσεις τα μάτια σου να χαθούν σε διάφορα αντικείμενα.

Όσοι έλκονται από το παλιό, αυτό που έχει ιστορία άγνωστη και λίγο μελαγχολική γνωρίζουν ότι με κάθε βόλτα στο Μπιτ Παζάρ θα βρουν και κάτι να ερωτευτούν από όλων των λογιών τους ανθρώπους. Βιβλία ανάκατα με παρτιτούρες τους Μπετόβεν, δαχτυλίδια ανάμεσα σε σταυρουδάκια και κρεμαστά, κούκλες παιδικές , υπολογιστές, κομπολόγια από κουκούτσια ροδάκινου, μέχρι ιδιόχειρες κριτικές του φεστιβάλ κινηματογράφου!

Μπιτ Παζάρ

Και κάπου μέσα σ’ αυτό το μικρό χάος από εικόνες και τη χρησιμότητά τους, ξεπροβάλει ένα καφενείο. Στην καρδιά της πλατείας στέκεται χωμένο μέσα, πίσω από ένα προαύλιο στολισμένο για τα Χριστούγεννα.

Τραπεζάκια μικρά και ξύλινα, με διαφορετικές καρέκλες και άνθρωποι μεσαίας και πάνω ηλικίας, παππούδες σχεδόν, να μιλάνε σε διάφορες γλώσσες. Καθώς προχωράς για να μπεις στο μαγαζί, όλοι σε κοιτούν. Δεν ξέρουν ποιος είσαι, τι θέλεις. Η φάτσα σου δεν τους λέει κάτι κι έτσι έχουν το δικαίωμα της καχυποψίας.

Μπιτ Παζάρ

Μπαίνοντας μέσα ανακαλύπτεις πως ο χώρος είναι αρκετά μικρός, σκασμένος από παλιά έπιπλα. Ίσα που χωράει έναν πάγκο, δυο ψυγεία, ένα νεροχύτη και μερικά ποτήρια. Οι τοίχοι γεμάτοι φωτογραφίες απ’ την παλιά Θεσσαλονίκη, σημαίες ομάδων, πίνακες και ζωγραφιές παιδιών, ένα τιμόνι…!

Μπιτ Παζάρ

Ο κυρ- Μανώλης θα σου πει καλημέρα. Γυαλιά μυωπίας που κρύβουν ανάξια δυο ανοιχτόχρωμα, χαρούμενα για κάποιον λόγο, μάτια. Καραφλός, με τα κιλάκια του. Ο τύπος του καφετζή που άκουγες στις ιστορίες.

Δε θα αρχίσει τις ερωτήσεις όσο σου φτιάχνει τον καφέ, παρά θα φωνάξει κάποιον άλλο παριστάμενο να σου στρώσει έξω ένα τραπέζι να καθίσεις.

Θα ακούσεις τα μπαρμπάδια να πειράζουν ο ένας τον άλλον. Να ζητάνε τη μια ρακή πίσω απ’ την άλλη, να ανοίγουν κονσέρβες για μεζέ, να τραγουδάνε. Κι ακόμα δεν είναι καν 13.00 η ώρα.

Μπιτ Παζάρ

Όταν χαμογελάς, μου έμαθε η ζωή, οι άνθρωποι ηρεμούν και ανοίγονται. Κάνοντας βόλτα στο παζάρι εκεί τριγύρω, βλέπεις τους ίδιους και τους ίδιους. Να μιλάνε για μιαν άλλη εποχή που νέοι άνθρωποι ερχόντουσαν και βλέπανε, αγοράζανε, μιλούσαν. Τώρα πια οι ίδιοι και οι ίδιοι….

Όλοι θέλουν να πουν τον πόνο τους, κάπου να βγάλουν όσα τους γεμίζουν το κεφάλι όλη μέρα. Γκρίνια και λύπη δεν μπορούν να συγκρατηθούνε για πολύ. Τους ακούς και μόλις προσπαθείς να τους ευθυμήσεις λίγο, βλέπεις να χαμογελούν και πάλι. Ωραίοι άνθρωποι. Ταλαιπωρημένοι, όμως ωραίοι.

Γυρνώντας στο τραπεζάκι σου, θα το δεις απείραχτο. Ο καφές και το νερό σε περιμένουν.

Μπιτ Παζάρ

Κάθεσαι και καθώς στριβείς το τσιγάρο δεν μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου απ’ την κίνηση μπροστά σου. Καλοντυμένες κυρίες έρχονται και ψάχνουν για καμιά αντίκα. Είναι οι χειρότεροι παπατζήδες, θα σου πουν οι πωλητές αργότερα. Φορτηγάκια από ενορίες έρχονται και φέρνουνε βιβλία. Φωτογράφοι βαράνε κλικ από μακριά, χωρίς να τους πάρουνε χαμπάρι. Κάβες αδειάζουνε μπουκάλια και κασόνια μπίρες για τα βραδινά μαγαζιά.

Ο κυρ-Μανώλης θα κάτσει μαζί σου όταν ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα. Θα σου πει για την ιστορία του μαγαζιού και της περιοχής, για το πώς το αγόρασε από έναν παππού που τον ήξερε από παιδί. Θα σου κάνει και δεύτερο καφέ αφού βλέπει ότι τον προσέχεις και ρωτάς.

Θα μάθεις για τον κόπο των ανθρώπων να βγάλουν 20 με 30 ευρώ να γυρίσουν σπίτι και να πάρουνε φαγητό στην οικογένεια. Πως οι άνθρωποι δεν είναι κακοί απ’ τη φύση τους και πως αφού δεν ξέρεις τι ιστορία καβαλάει ο καθένας το μόνο που μπορείς, και πρέπει στο κάτω-κάτω, να κάνεις είναι να του χαμογελάσεις. Να δίνεις όση μπορείς χαρά και να ξέρεις πότε πρέπει απλώς να φύγεις. Θα σου πει να περνάς όποτε βολεύεσαι για να τα λέτε.

Μπιτ Παζάρ

Φεύγοντας από την πλατεία, σε κάποια απ’ τις έξι στοές ίσως να γυρίσεις για λίγο να κοιτάξεις.
Δεν είναι η παρανομία που σου μένει, ούτε το παραεμπόριο, ούτε η βρωμιά και η παραμέληση από το κράτος. Δεν είναι η «αγανάκτηση των επιχειρηματιών με τους αλλοδαπούς πωλητές» όπως διάβασα κάπου. Δεν είναι μόνο αυτά.
Είναι η γεύση του παλιού που κρατάει ακόμα μες στη μύτη σου. Η θύμηση κάποιας ιστορίας ζωής, σημαντικής για ανθρώπους που δεν είναι πια εδώ για να διεκδικήσουν. Είναι η ευκαιρία να μάθεις από ανθρώπους που έζησαν κάτι παραπάνω, ίσως δύσκολα, ίσως εύκολα.
Είναι η ανάγκη σου να κρατήσεις επαφή με αυτό το κομμάτι της πόλης που αν και όλοι δείχνουν να έχουν ξεχάσει, αν και είναι ακόμα μια ζούγκλα εκεί έξω, εσύ θέλεις να βλέπεις πιο συχνά.

Είναι το πρωί στο Μπιτ Παζάρ.

κείμενο | γιάννης κατάκης
φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + αλέξανδρος κόγκας