Θέα της απόρθητης ψυχής

"Αν τον ρωτήσετε πού βρήκε δεκανίκι, πώς λογαριάζει να βρει την άκρη δηλαδή, θα αποκριθεί "γεννήθηκα στη Σαλονίκη και ξέρω απέξω την διαδρομή". -Διονύσης Σαββόπουλος

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος + χαρά κίκα + λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

Στην ανηφόρα που με περιμένει. Εκεί τραβώ πάντα. Στα κάστρα να βολτάρω. Τρελούπολη έγινε το κέντρο και δεν γουστάρω μία. Με έβαλε χάμω το γκρι της γεμάτη υγρασίας πολυκατοικίας, το μποτιλιάρισμα της κόρνας, το πεζοδρόμιο που κοιτάς κάτω μην τυχόν και πατήσεις το "λάθος". Στα κάστρα μυρίζω γειτονιά. Μια ανηφόρα, μια κατηφόρα, ένα στενάκι, να μου θυμίζει πως τα τείχη της ζωής γίνονται θέα από το ωραιότερο "μπαλκόνι" της πόλης.

"Από την πόλη ανάμεσα κι από τα τείχη δίπλα,
διάβηκα κι είδα άγιους ναούς που ευωδίαζαν κεριά,
και μάρμαρα πολύχρονα και θόλους που αστράφταν,
λείψανα Τέχνης και καιρών που εφύγαν ιερά."


Εκεί η κυρά-Μαριώ θα σου πει "καλημέρα", θα σε "σκανάρει" από πάνω έως κάτω τι φοράς, θα σου κάνει παρατήρηση "τι το θες, το έρμο το τσιγάρο-σκέτος καρκίνος είναι".
Κάστρα, σαν έναστρος γκρεμός, εκεί σε μιαν άκρη θα κάτσω. Θα κλείσω το κινητό, θα βγάλω τα γυαλιά ηλίου και με μια μπύρα, θα "τα ρίξω" στον ήλιο κατάματα. Έρωτας είναι η περιοχή. Να πέφτεις σαν σε βράχο, να "χαλιέσαι". Να αναπνέεις βαθιά και να λες "εδώ ζω. Αλλού πουθενά".

"Αν δεις στον ύπνο σου εκκλησιά, αν δεις την Παναγία, κάνε το πόνο μου χαρά, το δάκρυ μου ευτυχία", από το τρανζιστοράκι της Λίτσας που απλώνει την μπουγάδα και δεν λογαριάζει που ΄χει στη διαπασών τον Νταλάρα.


Κάστρα "με πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου. Όσο είναι η νύχτα σκοτεινή, έτσι είναι και η καρδιά μου. Και σαν την σιγανή βροχή, τρέχουν τα δάκρυα μου. Θα πάω να έβρω μια σπηλιά, με πέτρες και με χώμα, και εκεί θα αφήσω κόκκαλα, ζωή, ψυχή και σώμα."

Κάστρα με ιστορία ζεμπεκιάς, με σκύλους και λουριά στον ώμο... να βολτάρεις, να φυσάει, να βγάζεις το κινητό να φωτογραφίσεις-και να το μετανιώνεις. Τα μάτια παίρνουν το φάρμακό τους με τέτοια θέα. Τι την θέλεις την "tabletα";

"Μέσα ΄δω στις φυλακές, τις μέρες περνώ, με στεναγμό και πόνο. Το σεβντά μου τραγουδώ και ματώνω, μαστουρώνω και μεθώ."


Παγκάκι και σπόρια. Ηλιόσποροι να σου γεμίζουν με υγρά το στόμα και εγώ να στα φυλάω, να φύγουν. Είπαμε, έρωτας είναι τα Κάστρα. Εδώ πλακώνεσαι, εδώ ζητάς στα τέσσερα συγγνώμη, εδώ δυο σώματα-νύχτα μαύρη-μπορούν να γίνουν ένα, σε ένα δρομάκι.
Έτσι είναι αυτά. Τα ανείπωτα, τα έκφυλα της μέρας, τα γλυκερά αμαρτωλά της νύχτας.

"Πέρα στο Γεντί Κουλέ, τα κάστρα γκρεμούν στον πόνο τους κλεισμένα. Μέρα νύχτα τραγουδούν, ντερβισάδες, τις καρδιές παρηγορούν. Πέρα ΄κει στις φυλακές, κλεισμένος κι εγώ για σένα καρδιοκλέφτρα, το σεβντά μου τραγουδώ με λουλάδες, μαστουρώνω και μεθώ."


Κόλαση και Παράδεισος, μια θέα. Να φλερτάρεις, να χαζεύεις τη θάλασσα-την πόλη από πάνω, δίχως να μιλάς. Ω, ναι! Σαν τα κάστρα πουθενά. Όσα κι αν χτίζεις στην άμμο, αυτά ψηλά στην Θεσσαλονίκη σε περιμένουν. Με αεράκι για μπουφανάκι.
Τσιγάρα άφιλτρα, αναπτήρες πεταμένοι, σκουπίδια ζωής ανθρώπων της πόλης που κρατάνε "από ψηλά".

Κάστρα με τα σουτζουκάκια γιαουρτλού και τον Κουγιουμτζή στα ηχεία των δρόμων.
"Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά, και δέντρα μαραμένα, θα κλαίν΄ στο κήπο σου πουλιά και μια καρδιά στα ξένα"...

Ο Δημητρός με τον φούρνο του, κάθε πρωί, μυρίζει τσουρέκια. Η Αγλαΐα τινάζει το χαλί και είναι 79 χρονών -Θεέ εδώ στα κάστρα, τους κρατάς γηραλέους.
Πιτσιρικαραρία στα κάστρα μαλακίζεται παρεΐστικα ώρες ατέλειωτες. Chat, κουτσομπολιά και χάχανα. Η νύχτα λίγο θόρυβο κάνει σαν περνάνε εκείνα τα μορτάκια. Και το πρωί, ανθίζει κάθε βουκαμβίλια. Γαρδένια η καρδιά, σαν βλέπει ολόγυρα την φύση να αναπνέει.
Κάστρα, με τα πιο μανίκια-στενάκια για παρκάρισμα και τέταρτη γκαζαρισμένη, να βγάλεις ανηφόρα.


"Πέρα στο Γεντί Κουλέ, ακούς μια φωνή και παίζει το μπουζούκι, με καημό να τραγουδεί στο σκοτάδι, μια αγάπη να θρηνεί. Για σένα ισοβίτης, στο Γεντί Κουλέ θρηνώ, αμάν-αμάν το σεβντά μου τραγουδώ."

Μια φυλακή η ζωή στο κλεινόν άστυ και εδώ σου ανοίγουν τα πνευμόνια-όσο αντέχει ακόμη η περιοχή.
Κάθε ερείπιο και μια ιστορία γραμμένη από πίσω. Ένας μύθος που έχτισαν τα γκράφιτι, οι μουντζούρες της μπέσας που δεν συναντάς σε άλλους δρόμους, παρά μονάχα ΄δω.

Στα δρομάκια περπατώ και ηχεί ο Αλέξης Τραϊανός στα "Ερείπια"....
"Θα σε υποφέρω πάνω γι' αυτό που δεν πρόκειται να ξαναγίνει.
Για αυτή την φωνή που ξαναγυρνάει μακρινή. Δίχως ποτέ της, να γυρνά.
Γι' αυτές τις κόκκινες φωτογραφίες του Ιησού, που πέρασαν αργά κάτω από βρεγμένες Παρασκευές. Πάντοτε έβρεχε-Θυμάσαι. Βροχή καυτής απουσίας.
Πάντοτε έβρεχε ανάμεσα στις κίτρινες σκιές. Το ρημαγμένο σουβά, το καφετί παντζούρι.
Κι εκείνη την ορθάνοιχτη ντουλάπα...Κι αν με το πάντα έφυγες, με το ποτέ θα σε προσμένω".


Τα κάστρα που τα ΄γραψε και ο Θωμάς ο Κοροβίνης..."τελευταία άρχισαν τα παραμύθια με τους δράκους. Όλοι γι αυτό το θέμα κουβεντιάζανε. Επί μήνες, επί χρόνια. Το μεγάλο ερώτημα, πάνω από τα κάστρα. Ώσπου συλλάβανε τον δικό μας. Ήταν ο Αριστείδης ο Δράκος; Μπορεί. Είμαστε, άραγε, άξιοι να κρίνουμε; Ο καθένας ίσως θα μπορούσε να γίνει. Δεν θέλει και πολύ να παλαβώσεις."

Κάστρα να μην βαλτώνει η ψυχή. Τα στήθη να γεμίζουν οξυγόνο. Εδώ ο ουρανός είναι πιο κοντά. Και ο γκρεμός το ίδιο.

"Αν δεις σε χέρι παιδικό, πουλάκι πληγωμένο, πάρε τις στράτες να με βρεις, εδώ σε περιμένω"...




κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος + χαρά κίκα + λευτέρης τσινάρης
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης