at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Χρήστου Κραγιόπουλου

κείμενο | χρήστος κραγιόπουλος */* φωτογραφίες | μάκης σεμερτζίδης + χρήστος κυριακίδης */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

τα γέλια πολλά και τα "σκοτάδια" περισσότερα...

Μου ζητήθηκε από τον Γιώργο Παπανικολάου να γράψω κάποια πράγματα για εμένα στην στήλη «σημειώσεις» του Rejected.

Όταν μου το ζήτησε του απάντησα «ωραία! Και τι ακριβώς θέλετε να γράψω, κύριε Παπανικολάου;» η απάντηση ήτανε «κεριά. γράψε για εσένα». Όμορφα! Αρχίζω λοιπόν:

Κατερίνη, ένα κρύο απόγευμα του Ιανουαρίου, 19:13 (ο Γιώργος Παπανικολάου μου επισήμανε πως θα ήταν καλό να έχει την μορφή ημερολογίου)

Κάθομαι μπροστά στο αναμμένο τζάκι του πατρικού σπιτιού μου. Είμαι από την Κατερίνη. Εδώ μεγάλωσα και μου αρέσει που και που να επιστρέφω εδώ. Είναι η «φωλιά» μου. Περιτριγυρίζομαι μόνο από αγαπημένα μου πρόσωπα (γονείς, αδέρφια, γιαγιάδες και φυσικά τους καρδιακούς-παιδικούς-κολλητούς μου φίλους). Κάθε φορά που επιστρέφω εδώ νοσταλγώ τα παιδικά μου χρόνια. Αθώα και ξέγνοιαστα. Αν κάτι με συγκινεί πάρα πολύ είναι αυτή η παιδική αθωότητα, την οποία έχω χάσει αλλά κάθε μέρα προσπαθώ να ανακτήσω. Ίσως και αυτός να είναι ο λόγος που ο μικρός πρίγκιπας είναι το αγαπημένο μου βιβλίο και που πάντα θα επιστρέφω σ’ αυτό για να μου θυμίζει πως όλοι οι μεγάλοι κάποτε ήμασταν παιδιά, απλά οι περισσότεροι το ξεχνάμε.

Και να μια ωραία πάσα για να μιλήσω και λίγο για την σχολή, μιας και ο μικρός πρίγκιπας αποτέλεσε το κείμενο της ατομικής διπλωματικής μου εργασίας την οποία παρουσίασα στο πλαίσιο των διπλωματικών εξετάσεων της δραματικής σχολής του Κ.Θ.Β.Ε. τον Ιούνιο του ´18. Μία από τις πιο όμορφες και απολαυστικές εμπειρίες της ζωής μου (όσο και αν δεν ήθελα στην αρχή) η οποία μου έδωσε την ευκαιρία να αναμετρηθώ με αυτό το κείμενο, να γνωριστώ καλύτερα με τον «μικρό πρίγκιπα» και να συνεργαστώ με δύο υπέροχα και ταλαντούχα πλάσματα του Β’ έτους της Σχολής (πλέον Γ’) τον Περικλή τον Σιούντα και την Κατερίνα την Πέκη, με τους οποίους δεν θα είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ σε άλλη περίπτωση.

Αποφοιτώ, λοιπόν, τον Ιούλιο από την Σχολή και θέλοντας να απομακρυνθώ από αυτό το θεατρικό overdose των τριών χρόνων, αλλά και να μαζέψω κάποια χρήματα για τον χειμώνα, αποσύρομαι στην Τήνο. Εκεί λοιπόν, στον όρμο Υστερνίων της Τήνου, σε μία οικογενειακή ψαροταβέρνα με το όνομα «Ναυτίλος» περνάω τους υπόλοιπους τρεις μήνες του καλοκαιριού δουλεύοντας ως ψήστης, γνωρίζοντας καταπληκτικούς ανθρώπους και τρώγοντας καλά.  Και εκεί που ψήνω, μη έχοντας κάνει τον παραμικρό προγραμματισμό για τον χειμώνα που έρχεται, χτυπάει το τηλέφωνό μου. Ήταν ο κύριος Πάνος Δεληνικόπουλος (ο οποίος κι αυτός μου έκοψε τα «κύριος» και τους πληθυντικούς με το «καλησπέρα σας») που μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην καινούρια δουλειά που ετοιμάζει η οποία ακούει στο όνομα «Φιλονικία» του Μαριβώ. Τον Πάνο δεν τον γνώριζα. Ήξερα ότι είναι «ο κύριος που σκηνοθέτησε το «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα»» την σεζόν που μας πέρασε. Επίσης δεν γνώριζα το έργο. Παρόλα αυτά, μου φάνηκε πάρα πολύ κολακευτικό, το ότι ο Πάνος με είδε κάπου και με συγκράτησε και θέλησε να συνεργαστούμε χωρίς καν να με περάσει από ακρόαση. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα δεν το σκέφτηκα πολύ και δέχτηκα την συνεργασία.

Το κεφάλαιο «Πάνος Δεληνικόπουλος» είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο, το οποίο θα μου πάρει πολλές γραμμές και πολλές σελίδες για να το αναλύσω, γι’ αυτό το μόνο που θα πω είναι ότι είμαι πάρα πολύ τυχερός που συνεργάστηκα μαζί του (πόσο μάλλον που είναι η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά) και ότι σ’ αυτό που εστιάζω στον Πάνο δεν είναι το σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο που προσφέρει, αλλά η τεράστια ψυχική ευγένεια που διαθέτει.

Η καθημερινότητά μου πλέον, είναι πολύ ήσυχη έως και βαρετή θα την χαρακτήριζα. Από τότε που έκανε πρεμιέρα η «Φιλονικία» έχει ηρεμήσει κατά πολύ. Περιμένω να έρθουν τα Παρασκευοσαββατοκύριακα για να ξανά ξεκινήσει το πείραμα και από εκεί και πέρα σιγά-σιγά αρχίζω να οργανώνω τα επόμενα βήματα. Τα γέλια μου είναι πολλά και συχνά και τα «σκοτάδια» μου ακόμα περισσότερα. Προτιμώ, όμως, να μιλήσω για τα γέλια. Και δε μπορώ να μιλήσω για γέλια χωρίς να αναφερθώ στους φίλους μου, αφού είναι και αυτοί που μου τα προκαλούν. Έχω κάνει μέχρι τώρα αρκετά πράγματα στη ζωή μου, διάφορες σπουδές, δουλειές με αποτέλεσμα να έχω γνωρίσει πολλά άτομα και κάποια από αυτά να τα έχω ξεχωρίσει και να προσπαθώ να τα κρατήσω στη ζωή μου. Θεωρώ τον εαυτό μου από τους πιο τυχερούς που έχω τέτοιους ανθρώπους δίπλα μου και μιας και το λέω…ναι… με βοηθούν πολύ περισσότερο στα «σκοτάδια» μου παρά στα γέλια μου.

Τα βράδια μου στο θέατρο… αυτό που με ξεπερνάει είναι το πώς για εκείνη την μία ώρα που διαρκεί η παράσταση, παύω να υπάρχω. Φυσικά και υπάρχω, αλλά ως κάτι άλλο, με έναν άλλον σκοπό, ένα άλλο «θέλω». Κύριο μέλημά μου είναι να πω μια ιστορία στον κόσμο. Εκείνη τη στιγμή, πατιέται ένα pause στη ζωή μου. Πολλές είναι οι φορές, που θα ήθελα να κρατήσει παραπάνω όλο αυτό, έτσι ώστε να καθυστερήσω λίγο ακόμα την επιστροφή μου στην πραγματικότητα. Και όταν λέω πραγματικότητα εννοώ την δική μου, προσωπική πραγματικότητα. Δεν έχω ανακαλύψει ακόμα τί είναι αυτό που με κάνει να αγαπώ το θέατρο και να το έχω ανάγκη και εύχομαι να μην το ανακαλύψω ποτέ.

Πως το τραγούδι της παράστασης με ακολουθεί μετά στο μπαράκι, στο σπίτι μου….Όσοι με ξέρουνε σίγουρα θα γελάσουνε με το «μπαράκι», μιας και δεν είναι από τις πρώτες μου επιλογές. Όχι ότι δεν βγαίνω, αλλά προτιμώ πιο ήσυχα πράγματα. Δεν ξέρω αν είναι ηλικία, φάση, τίποτα από τα δύο ή και τα δύο μαζί, αλλά αποζητώ περισσότερο το να καθίσω σπίτι με καλούς φίλους, να δω μια ταινία, μια σειρά, ένα παιδικό…

Το τραγούδι τον πρώτο και καιρό με συνόδευε μέχρι το σπίτι μου, με ανέβαζε πάνω, πολλές φορές με έβαζε και για ύπνο για να μην πω ότι με ξυπνούσε κιόλας. Κύριος λόγος ήταν ότι δεν γνώριζα τους στίχους και προσπαθούσα να τους μάθω, γιατί σε όλα τα περάσματα τους μπέρδευα, με αποτέλεσμα απλά να ανοιγοκλείνω το στόμα μου. Πλέον συνοδεύει κάποιους από τους θεατές φεύγοντας, και το γνωρίζω γιατί κάποιοι από αυτούς είναι φίλοι μου, τους οποίους συναντώ μετά την παράσταση και τους πιάνω σε -ανύποπτο χρόνο- να το σιγομουρμουρίζουν.

Τι ονειρεύομαι και πως θέλω να βιώνω την ζωή μου;

«Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.»

Τάσος Λειβαδίτης, «Αλλά τα βράδια»

Κάθε φορά που με ρωτάνε τι ονειρεύομαι, αυτή η στροφή είναι το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό και που κάθε φορά που την διαβάζω, ταυτίζομαι τόσο πολύ, που με κάνει και βουρκώνω.

Ζητώ συγγνώμη από τον Γιώργο Παπανικολάου, που τον «έδωσα στεγνά» και πρόδωσα όλο το backstage της συζήτησής μας, αλλά με βοήθησε πάρα πολύ στο να ξεκινήσω και όπως φαίνεται και στο να ολοκληρώσω…

Σας ευχαριστώ πολύ.