at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Φάνη Ζαχόπουλου

κείμενο | μάνος μυλωνάκης */* φωτογραφίες | ειρήνη γεωργαλάκη + γιώργος κοντοχριστόπουλος + νεφέλη οικονόμου-πάντζου + marrieta photography */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

η αλήθεια μου

Εικόνα Ι

Εφτά χρόνια πίσω. Τέλη Αυγούστου του ’13. Ολλανδία, Ουτρέχτη, πρωτοετής φοιτητής σύνθεσης στο κονσερβατόριο της πόλης. Μένω προσωρινά σε ένα μικρό δωμάτιο στην οδό Soendastraat στην συνοικία Lombok, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Ακούω, σχεδόν εμμονικά, το δεύτερο μέρος από το κονσέρτο για πιάνο του Ravel αλλά και τον Chet Baker να τραγουδάει στον ομώνυμο δίσκο του. Είναι ακόμα καλοκαίρι βλέπεις και αυτή η μουσική με βοηθάει – δεν με βοηθάει να προσαρμοστώ στη νέα μου ζωή. Εκείνη την περίοδο αγαπώ πολύ το κλαρινέτο, ακόμα το αγαπώ δηλαδή. Το πρώτο κομμάτι που γράφω εκεί είναι ένα σόλο με τίτλο «Monopati». Κάνω βόλτες στην πόλη και γύρω από τη σχολή μου, περνώντας κάτω από παράθυρα αιθουσών, μέσα στις οποίες, μετά από κάποιον καιρό, θα γνωρίσω τους φίλους μου και θα ακούσω τη μουσική μου ζωντανά. Σε μια από αυτές τις αίθουσες και πιο συγκεκριμένα στην K230, θα στηθεί και θα προβάρει για πρώτη φορά το «Trash Trio» με τα τύμπανα του Αλέξη και το τσέλο του Τόμυ, το φθινόπωρο του ’16. Τότε έχω φτιάξει ήδη το «καλοκαίρι» και ετοιμάζω τα «Χριστούγεννα», μιλώντας βέβαια για τους τίτλους των τραγουδιών αν και συμπτωματικά ταίριαζε και στο πέρας των εποχών. Ωραίες εποχές

Εικόνα ΙΙ

Σίφνος, καλοκαίρι 2014, Αύγουστος, βράδυ. Κανονίζουμε με τον Κοντό (κατά κόσμον Γιώργος Κοντοχριστόπουλος) να ανέβουμε προς τον Καφενέ του Κούπερη (σημερινό Διαχρονικό) με τα όργανα, να παίξουμε. Ο Καφενές βρισκόταν στο κεντρικό σοκάκι, στην καρδιά του Αρτεμώνα. Στη βόλτα σου επάνω, πηγαίνοντας στο «Μωσαϊκό», θα περνούσες σίγουρα από εκεί. Δεν επρόκειτο για πραγματικό καφενείο, ήταν ένα σπίτι απλό το οποίο πριν από μισό αιώνα περίπου λειτουργούσε ως Καφενές – εξού και το όνομα. Παρόλα αυτά, ο εγγονός του τότε καφετζή, ο Γιάννης, μαζί με φίλους καλούς, έχει φορτώσει το ψυγείο μπύρες και ποτά με σκοπό να καταναλωθούν όλα. Καθόμαστε σε ένα τραπεζάκι έξω από την πόρτα του «Καφενέ» και ξεκινάμε να παίζουμε. Σιγά σιγά μαζεύεται κόσμος, άλλοι περνούν, άλλοι στέκονται, άλλοι φέρνουν άλλους, ο Γιάννης κερνάει ανεξαιρέτως τον κόσμο και το σοκάκι κλείνει. Ξαφνικά έχει δημιουργηθεί μια συνθήκη άτυπης συναυλίας όπου ο κόσμος χορεύει, πίνει, τραγουδάει και εμείς παίζουμε τη μουσική με ένα μπουζούκι και μια κιθάρα. Περνάνε φίλοι μουσικοί με τα όργανα τους και κάθονται να παίξουν μαζί μας. Βιολιά, τσέλα, φωνές, μπλέκονται και φτιάχνουν μια μικρή λαϊκή ορχήστρα. Η ώρα είχε πάει κάπου τρεις και μέσα από το σούσουρο του κόσμου ακούω ολοένα και πιο έντονα το όνομα «Μελίνα». Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο κόσμος ανοίγει και εμφανίζεται η «Μελίνα», η οποία είχε φαίνεται μόλις τελειώσει από κάποια εμφάνιση της στο νησί. Στιγμιαία σαστίζω αλλά αμέσως μετά κοιτάζω τον Κοντό και του λέω με απόλυτη ηρεμία και χαμογελαστή απλότητα: «Φίλε, η Μελίνα Κανά». Με κοιτάζει αντίστοιχα. Σε πολύ λίγο έχουμε γίνει μια παρέα, τραγουδάμε τραγούδια του Θανάση Παπακωνσταντίνου με την αυθεντική φωνή (!) με όλο αυτό το φαντασμαγορικό, καλοκαιρινό, ανέλπιστο γλέντι να τελειώνει γύρω στις οχτώ το πρωί όπου περνάει και ο παππάς του χωριού να πάει στην εκκλησία και μας λέει κι ένα τραγουδάκι.
Fun fact: Το βράδυ εκείνο, πριν γίνει όλο αυτό, πέρασε η Ελένη -που τότε δεν τραγουδούσε πολύ μαζί μας- και είπαμε δύο τραγουδάκια οι τρεις μας. Ήταν μάλλον η πρώτη άτυπη εμφάνιση του «Santa Bella» αρκετά πριν την επίσημη δημιουργία του. Και τότε δεν το ήξερε κανείς μας.

Εικόνα ΙΙΙ

Πάσχα του ’17. Σίφνος.
Η άνοιξη ταιριάζει στη Σίφνο πιο πολύ από κάθε άλλη εποχή. Τείνουμε να σκεφτόμαστε τις Κυκλάδες στην καλοκαιρινή τους βερσιον, με τα ξερά, ηλιοκαμένα τοπία στις αποχρώσεις του κίτρινου με μπλε φόντο, τις ξερολιθιές και τα ψηλά χρυσαφένια στάχια και τους επαρχιακούς δρόμους που σε πάνε στις παραλίες με την καυτή φθαρμένη άσφαλτο ή άλλες φορές το χωματόδρομο. Πολύ όμορφο σκηνικό, δεν λέω. Όμως η αλήθεια είναι πως την άνοιξη το νησί ντύνεται εντελώς διαφορετικά. Ο ήλιος δεν είναι τόσο χαμηλά, ο ουρανός έχει περισσότερα λευκά σύννεφα, ο αέρας είναι πιο δροσερός και η βλάστηση θεριεύει μετά το πυκνό πότισμα του χειμώνα που προσφέρει ένα καταπράσινο χρώμα στους λόφους, γύρω από τα χωριά και μέχρι τη θάλασσα. Ιδιαίτερα το Πάσχα, επικρατεί μια κατανυκτική ατμόσφαιρα -και όχι απαραίτητα με τη στενή θρησκευτική έννοια- στο χώρο. Αρτεμώνας λοιπόν. Απόγευμα. Σπίτι. Αυλή. Ελένη, Κοντό, Κυβερνήτης. Οι γονείς μας μέσα. Τα τελευταία αρκετά χρόνια, εμείς οι τέσσερις, δεν χάνουμε με τίποτα την «Πασχαλινή» Σίφνο. Όπου και να είμαστε μέσα στο χρόνο, ως εκ θαύματος, θα βρισκόμαστε εκεί. Ο Κυβερνήτης (με πραγματικό επώνυμο Κυβερνήτης) είναι αρχαίος φίλος και στενός συνοδοιπόρος. Έχει ακούσει κάπου ένα τραγούδι πριν κάτι μέρες και του αρέσει πολύ. Το ξέρουμε κι εμείς τελικά αλλά ποτέ δεν είχαμε σκεφτεί να το πούμε. Παραδοσιακό τραγούδι με μπουζούκια και κιθάρες; Λίγο παράξενο ίσως. Το δοκιμάζουμε και δεν μας φαίνεται άσχημο, ίσα-ίσα. «Να το γράψουμε και να το κάνουμε και βίντεο» λέμε. Έχω μαζί μου ένα φορητό μηχάνημα ηχογράφησης, ο Κυβερνήτης έχει κάμερα. Το βράδυ της επόμενης, στην κουζίνα του σπιτιού με το μεγάλο τραπέζι, απόλυτη ησυχία, γράφουμε. Στη μέση το ηχογραφητήρι, γύρω εμείς. Κάνουμε τρία takes. Το χουμε. Το βίντεο όμως; Πού το γυρίζουμε; Δύο στενά παρακάτω είναι το σπίτι της Τζουλιέττας. Εκείνη με βάφτισε, μαζί με την Κάτια. Στον πίσω κήπο του σπιτιού, ο Νίκος, ο άντρας της, έχει ένα οικιακό εργαστήριο, κάτι σαν ξυλουργείο, ανάμεσα από ανθισμένες λεμονιές. «Πάμε εκεί; ωραία θα είναι!». Πάμε εκεί, ωραία ήταν! Μεσημεράκι, Νίκος, Τζουλιέττα, η μικρή Μαργαρίτα της Ηλέκτρας -ενός χρόνου θα ‘ταν τότε-, ο σκύλος ο Bob, ανοιχτός κήπος απ’ έξω με ένα άτυπο αυτοσχέδιο τσιμπούσι, ρακές και τα συναφή και μέσα στο εργαστήριο εμείς. Ο Κυβερνήτης με την κάμερα να πατάει το Rec και να τρέχει να στηθεί δίπλα μου. Τραγουδάει τη χαμηλή φωνή κι εγώ τη δεύτερη στα διπλώματα των στίχων. Την τελευταία ώρα γελούσαμε τόσο πολύ που σκεφτόμουν ότι μπορεί να μην υπάρχει σοβαρό πλάνο στο τέλος. Την επόμενη έγινε το μοντάζ πάλι στην κουζίνα και το ανεβάσαμε στο Ίντερνετ. Κάθε φορά που κοιτάω το βίντεο -όλο και πιο σπάνια πλέον- θυμάμαι έντονα τα χαμόγελα και τα γέλια μέσα κι έξω από το ξυλουργείο, το φως που έμπαινε από την πορτούλα ευθεία μπροστά μας και από πίσω τον καταπράσινο, ανθισμένο κήπο. Εκείνο το Σιφνέικο ανοιξιάτικο «Άρωμα».

Εικόνα IV

Εξάρχεια, 2020. Οδεύουμε προς τα μέσα του καλοκαιριού. Κανείς μας δεν το έχει καταλάβει νομίζω. Ο Παυλίδης σε ένα τραγούδι λέει: «πέρασαν τόσα καλοκαίρια χωρίς να καταλάβω πώς». Βεβαίως και συμφωνώ. Γυρίζω γύρω από πρόβες θεατρικές, παιξίματα σε μαγαζιά κι άλλες πρόβες, μουσικές, καφέδες με φίλους ή τον πατέρα μου στο κέντρο. Γράφω τη μουσική μου, για το θέατρο ή την οθόνη, για τους φίλους μου ή για εμένα και συχνά χωρίς να ξέρω αν υπάρχει ή και ποιός θα είναι τελικά ο ακροατής. Βλέπω αρκετά τον Τάσαινα που μου είχε λείψει πολύ και που πριν λίγο καιρό έγινε μπαμπάς. Αδερφικός φίλος και μουσικός επίσης, μου δίνει έμπνευση και ενέργεια από εκεί που δεν το περιμένω. Συχνά ή αραιά αλλά με κάποια ευλαβική περιοδικότητα βλέπω σχεδόν όλους τους αγαπημένους μου ανθρώπους, Τον Αντρέα και τη Βαγγελιώ, τους Γιώργηδες, την Ελένη, την Ελεάνα, τον Ορέστη, τη Χατζοπούλου, το Νίκο, την Άννα, το Μακατσέλο. Ακόμα κολλάω με μουσικές και τις επαναλαμβάνω στα ακουστικά μου ή στα μουρμουρητά μου. Στο προσωπικό μου μουσικό Chart τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν από πέρυσι οι Rachel’s και ένας δίσκος του Panú. Ασχολούμαι όλο και περισσότερο με τα παραδοσιακά τραγούδια, τα μελετάω βαθιά και τα παίζω στην κιθάρα ή στο πιάνο προσπαθώντας να βρίσκω ξανά εκείνη την πρώτη ομορφιά που είδα όταν τα πρωτοάκουσα. Επίσης, πολλά από τα λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια που μου αρέσουν τα πηγαίνω στα σχήματα που παίζω. Στο Santa Bella, στο Αντιμάμαλο, στον Χαλίλ και τη Φωτεινή. Προσπαθώ να τα ξανακούσω από εμάς. Μπορούμε να τα παίξουμε άραγε κι εμείς; Σίγουρα η μία ομορφιά είναι ο ήχος του γραμμοφώνου, με τα σκαμπανεβάσματα και τους ήχους από το λαμπρό παρελθόν αλλά η ομορφιά του να επικοινωνούμε έτσι, απλά και μόνο τραγουδώντας, συντονισμένοι και κουρδισμένοι ο ένας με τον άλλον, είναι απροσμάχητη. Τελευταία, ξυπνάω σχετικά νωρίς το πρωί και κανείς δεν ξέρει τι θα βρει μέσα στο κεφάλι μου. Συνήθως στο μυαλό μου υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι όπου γύρω μπορεί να κάθεται ο Τσιτσάνης με το Shostakovich, η Meredith Monk με τον Φοίβο Τασσόπουλο, οι Radiohead με τον Παπασιδέρη, ο Aphex Twin με τον Alfred Schnittke, ο Tom Waits με τα Ημισκούμπρια, η Καίτη Γκρέυ με τον Elliott Smith, ο Serj Tankian με το βιολιστή «Μουγάδη», ο John Dowland με το Θανάση Παπακωνσταντίνου, η Ella Fitzgerald με τη γιαγιά την Ερασμία που είχε φωνή αηδονιού. Όλοι χωράνε. Το τραπέζι είναι μεγάλο και η μουσική είναι μία. Τα καλύτερά μας χρόνια είναι πάντοτε τώρα και το καλοκαίρι, όπως διάβαζα κάπου, είναι «μια δόξα εύκολη, προσιτή σε όλους». Καλώς να ορίσει!

 

 

Φάνης Ζαχόπουλος
Καλοκαίρι 2020
Αθήνα

O Φάνης Ζαχόπουλος θα βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, τη Πέμπτη 27 Αυγούστου, μαζί με το Δημήτρη Τάσαινα, στο Πικ Νικ Urban Festival.