at a glance
Top

σημείο μηδέν

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

μυστήρια πλάσματα

Σε μισώ. Ξέρω, ξέρω. Θα μου πεις ότι είναι λογικό. Ότι είναι φάση. Ότι πρέπει να περάσω κι αυτό το στάδιο. Το ξέρω, τα διάβασα κι εγώ, τα συμβούλεψα πολλές φορές σε χωρισμούς φίλων. Τα στάδια όμως, και όλες αυτές οι θεωρίες, μεταμορφώνονται σε ψιλά γράμματα που μουτζουρώνουν αδιάφορα βιβλία, όταν πρόκειται για την δική σου ψυχούλα. Έτσι κι εγώ, τώρα, ενώ τα ξέρω, δεν μπορώ να εκλογικεύσω. Πνίγομαι. Από το θυμό μέσα μου. Βράζω σε φωτιές που το μυαλό μου βάζει ξανά και ξανά. Καίγεται το σώμα μου από οργή. Και δε με νοιάζει να ξέρω τίποτα άλλο. Μόνο αυτό μπορώ να πω με σιγουριά. Για σήμερα τουλάχιστον. Σε μισώ.

Για την ξαφνική προσγείωση. Για το σοκ. Για το χαστούκι με λέξεις, που πονάει πιο πολύ. Για εκείνο το βράδυ που με άφησες να φύγω. Και για όλα τα επόμενα που δε με φώναξες πίσω. Για τη σύγκριση. Και για τη δεύτερη θέση που πήρα μετά από αυτή. Για την απόρριψη, την ακύρωση, τη ματαίωση. Για τα βλέμματα όλο λύπηση που έπρεπε να αποφεύγω, τα σχόλια που έκανα ότι δεν άκουσα, τα «είμαι καλά» που έπρεπε να πείσουν. Για την αγάπη που αγνόησες, τον έρωτα που πρόδωσες, την αγκαλιά που υποτίμησες, το πάθος που ξέχασες. Για τα όνειρα που δεν πρόλαβαν να βγουν αληθινά, για τα σχέδια που δεν προλάβαμε να κάνουμε πράξη. Για την εκδρομή που δεν πήγαμε, τη συναυλία που δεν ακούσαμε, τη σειρά που αφήσαμε στη μέση, το σκύλο μας που κράτησες. Για τον πόνο που ένιωσα, που μάλλον νιώθω ακόμα, για τις νύχτες μοναξιάς, και για τις άλλες, που απελπισμένα γεμίζω το κρεβάτι μου με ό, τι βρω. Και για το ότι δε με νοιάζει και καθόλου γι’ αυτό.  Για τα απωθημένα που γέμισα, για τις πληγές που θα γεμίσω τους επόμενους σταθμούς μου εξαιτίας σου. Για την πίστη που έχασα στους ανθρώπους, για την απαξίωση του Έρωτα, για την επαναφορά στο σημείο μηδέν.

Πιο πολύ όμως σε μισώ γι’ αυτό: Γιατί πρέπει να ξανασυστήνομαι, πάνω που το είχα ξεχάσει. Πάνω που ήξερα πια καλά τον εαυτό μου. Πάνω που με ήξερε καλά  και κάποιος άλλος. Και- διάολε- ξέρεις ότι κουράστηκα να ξανασυστήνομαι. Γι’ αυτό σε μισώ, γαμώτο. Γιατί τώρα πρέπει να ξανασυστηθώ.