at a glance
Top

Φοίνισσες

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* ανάγνωση | νίκη ζερβού */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

'κι η πληγή, θέλημα θεών'

9 Ιούλη 1999. Πρεμιέρα στο θέατρο Δάσους Θεσσαλονίκης. Οι «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη. Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε ένα από τα καλύτερα-αντικειμενικά-του καλοκαίρια. Χορογραφία πραγματοποιεί η Σοφία Σπυράτου και σκηνικά-κοστούμια η Ιωάννα Μανωλεδάκη. Η υπέροχη μουσική ανήκει στο Κώστα Βόμβολο και η φωνή που θα ΄χεις να θυμάσαι ανήκει στη Ρούλα Μανισάνου. Βοηθός σκηνοθέτη του Χουρμουζιάδη, είναι η Γλυκερία Καλαιτζή. «Νέμεση και ακατάλυτες βροντές του Δία και πυρ του κεραυνού του, μόνο εσείς κομίζετε τους κομπασμούς της άμετρης αλαζονείας. Αυτός είναι λοιπόν που, καθώς λέει, αιχμάλωτος θα παραδώσει στις Μυκήνες, τις Θηβαίες, να κουβαλούν νερό από τα νερά της Λόρνας. Ποτέ να βρει τέτοια σκλαβιά, Άρτεμη μου σεβαστή»!

Η υπόθεση στηρίζεται στην αντιπαράθεση των δύο γιων του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυνείκη, οι οποίοι αναλαμβάνουν τη βασιλεία του πατέρα τους και συμφωνούν να μοιράζονται την εξουσία. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο Ετεοκλής αρνείται να παραδώσει στον αδερφό του τη διακυβέρνηση των Θηβών κι έτσι ο Πολυνείκης, αγανακτισμένος από την αδικία, ξεσηκώνει στρατό για να εκδικηθεί. Η μητέρα τους Ιοκάστη, προκειμένου να συμφιλιώσει τα παιδιά της, επιτρέπει την είσοδο του Πολυνείκη στην πόλη και τότε τα δυο αδέλφια αλληλοσκοτώνονται. Εκείνη από τον πόνο της αυτοκτονεί, ενώ η αδερφή τους η Αντιγόνη παίρνει τους νεκρούς και γυρίζει στ’ ανάκτορα των Θηβών. «Ήλιε που ανάμεσα στα ουράνια σώματα, πορεύεσαι πάνω σε χρυσοκόλλητο άρμα, σκορπίζοντας το θείο σου φως, πόσο δυσοίωνες έριξες τις ακτίνες σου, πάνω στη Θήβα, τη μέρα εκείνη που ο Κάδμος έφτασε στη χώρα τούτη, πίσω του αφήνοντας τις παραλίες της Φοινίκης».

Θίασος ιδανικός. Αντιγόνη Βαλάκου, «Ιοκάστη» που σπαρταρά. Απολαμβάνει τις «καθαρές» γραμμές μιας δυνατής παράστασης. Και τα δυο αδέρφια, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης και ο Δημήτρης Λιγνάδης. Ναι-ναι. «Πολυνείκης» ενάντια στον «Ετεοκλή». Ήδη πλέον, αναγνωρίσιμοι και λαοφιλείς ηθοποιοί, επιλέγουν αυτό το καλοκαίρι το Κ.Θ.Β.Ε.. Και δεν χάνουν τίποτα. Μόνο κερδίζουν. Η Μαρία Ναυπλιώτου, ερμηνεύει «Αντιγόνη», και αντικειμενικά κλέβει τις εντυπώσεις. Πρώτο καλοκαίρι, μετά τη τηλεοπτική της επιτυχία «Η αίθουσα του θρόνου», ποθούσε μια δυνατή θεατρική συνεργασία κι αυτή επήλθε. Μαζί και το χειροκρότημα. Μαζί τους, ο Δημήτρης Ναζίρης, ο Δημήτρης Κολοβός κι ο Αστέρης Πελτέκης. Δυνατός χορός γυναικών, ανάμεσά τους, η Λίλιαν Παλάντζα, η Λένα Ουζουνίδου μα και η-τότε άγνωστη-Γωγώ Μπρέμπου. Ανάμεσα στους στρατιώτες, ο Γιάννης Παλαμιώτης. Από τις ωραιότερες τραγωδίες εκείνης της δεκαετίας. Ξεκάθαρη, έντιμη παράσταση. Δίχως φιοριτούρες. Με γνώση και «φωνή» για αρχαίο δράμα. Τίποτα το επιτηδευμένο. Όλα υποταγμένα στο μεγαλείο του κειμένου. Δεν το λες και λίγο. Ειδικά στις μέρες μας.

Έτρεξα πίσω στα παρασκήνια, πριν τη παράσταση. Όχι-όχι στο Δάσους. Θυμάμαι το Αρχαίο Θέατρο του Δίον, που ξαναείδα το έργο. Δίπλα στους θεούς του Ολύμπου, στο πράσινο, στη στροφή, στα δωματιάκια-καμαρίνια πίσω από το λόφο, έψαξα την Ναυπλιώτου και την βρήκα αγχωμένη, να κάνει ασκήσεις φωνητικής. Ο «Μαρκ» με τόσο ταλέντο που γνώριζε πως να συναρπάζει ερμηνευτικά, παραδίπλα χαλαρός-η ψυχή του ήξερε. «Έρωτας» ήταν ο Μαρκουλάκης σε εκείνη την ερμηνεία. Σκέτος «έρωτας». Κι από δίπλα, σαν alter ego, ο Δημήτρης Λιγνάδης με την αυτοπεποίθηση του στιβαρού. Ταλέντο, γνώση και συναίσθημα. Αυτό ήταν η τραγωδία του «αύριο», η ομορφιά του «τώρα».

Και πάλι πίσω στη κερκίδα μου. Κι όλα σκοτείνιασαν για να αρχίσει η παράσταση. Κι όλα, άξαφνα, για μιάμιση ώρα έγιναν φως. Μια λάμψη μαγική που δεν ξεπερνιέται… Θυμάμαι, μετά την παράσταση να πηγαίνω πάλι στα καμαρίνια, και να χτυπώ την πόρτα της Βαλάκου, με δέος. Εκείνη να ανοίγει, να της μιλάω με κολακευτικά λόγια και εκείνη να με ακούει, λες και πρώτη φορά στη ζωή της, την θαυμάζουν για την ερμηνεία της. Και στο τέλος να μου λέει «πόσο ψηλός είστε κι εγώ πόσο-μα πόσο πια-κοντή». Κι εγώ το σκέφτηκα σαν την αντίκρυσα. Μου φαινόταν τόσο μικροκαμωμένη από κοντά και τόσο θεόρατη από μακριά, ενόσω καθόμουν στις κερκίδες του θεάτρου. Φαίνεται πως η πυγμή του ταλέντου, σου δίνει μπόι και δείχνεις επιβλητικό υποκριτικό «θεριό» στα μάτια του θεατή. Αυτό ήταν η ίδια «εύθραυστη» Βαλάκου. Ταγμένη για τραγωδία.

Οι «Φοίνισσες» ανήκουν στις παραστάσεις που με κάνουν να ξέρω, γιατί αγάπησα το θέατρο. Εκείνη η πάλη των αδελφών για το θρόνο και εκείνος ο θρήνος να μην ξεχνιέται. Μήτε η «άμοιρη» Αντιγόνη της Ναυπλιώτου. Από το τίποτα, μια παράσταση σε έκανε να χάνεις τον ύπνο σου, μετά την παράσταση. Κραδασμός που σε τάραξε τόσο ύπουλα, γι αυτό που νωρίτερα είδες. Κι όσα χρόνια και αν περάσουν το κόκκινο που ακούμπησε την καρδιά σου, σαν πληγή, σαν αίμα, δεν λησμονιέται. Πληγή ως θέλημα θεών. Θέσφατο.