at a glance
Top

Πού να χωρέσω;

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Ό,τι σε βοηθάει ν’ αποδράσεις. Αυτό ν’ ακούς ρε φίλε. Αυτό ν’ ακολουθείς. Ό,τι βγαίνει απ΄ την καρδιά σου. Κι ας στο ‘χουν ξαναπεί οι ειδήμονες τόσες φορές που το καταντήσαν γραφικό. «Listen to your heart» και τα συναφή. Και μετά; Μέχρι κι η τέχνη σάπισε στα χέρια μας. Η τέχνη ρε υποτίθεται ότι τα χώνει από καρδιάς, αλλά πού; Κάτσε, γελάω λίγο.

Πάμε πάλι. Ναι, για την καρδιά σου έλεγα. Ξέρεις, τα guts σου, τις φωνές στο κεφάλι σου, της παράνοιας των ονείρων σου. Μη. Μην τ’ αφήνεις απωθημένα ρε. Τι σου λέω τώρα. Ξέρεις. Ήδη ξέρεις. Τι με κοιτάς; Ξέρεις.

Μη μ’ ακούς έτσι ρε. Τι νομίζεις, ότι κλαίγομαι; Με χαραγμένο χαμόγελο στα λέω όλα αυτά, να δες! Φύγε τώρα. Πάλι θα στα πω αν μείνεις. Να μιλήσω θέλω γι’ αυτό σωπαίνω. Να γελάσω θέλω γι’ αυτό δάκρυσα χτες το βράδυ την ώρα που με κρατούσε αγκαλιά. Κρύφτηκα στον ώμο της για να μη με δει. Γιατί με λέγανε πάντα παράξενο παιδί και δεν ήθελα να την πληγώσω πάλι. Εγωισμοί.

Απλά, ξέρεις. Εγώ ρε φίλε παρασκέφτομαι. Αυτό ήταν πάντα το πρόβλημά μου, έγδερναν το μυαλό μου οι ίδιες μου οι σκέψεις κι έκανα κλάμα το γέλιο και το κλάμα γέλιο. Ανάποδος άνθρωπος. Με βαφτίσανε την ώρα που ούρλιαζα και κανείς δεν άκουσε τ’ όνομά μου. Ούρλιαζα που με ανάγκαζαν να κάνω κάτι που δεν ήθελα την ώρα που δεν ήθελα.

Που λες, κανείς δεν άκουσε πώς με λένε, ψιθυρίστηκε από αυτί σε αυτί κι έγινε σπασμένο τηλέφωνο τ’ όνομά μου. Και κάπως έτσι τα ψου ψου ψου τα βαρέθηκα μεγαλώνοντας, σιχάθηκα τα μισόλογα. Ρώτα με έτσι στα ίσα μια φορά ό,τι θες κι ίσως να σου απαντήσω, γιατί δε δοκιμάζεις να με κοιτάξεις μέσα στα μάτια; Δε μ’ έχεις συνηθίσει έ;

Δε με έχεις συνηθίσει γιατί ερωτεύομαι για να ζήσω και μόνο αρρωστημένο έρωτα δέχομαι πια. Τίποτε λιγότερο φίλε. Γιατί αυτό θέλω. Θέλω ζωή. Κι όχι αυτή τη «ζωή» που κοιτάνε γύρω σου όλοι με θλιμμένα μάτια παραδομένοι λες κι ατενίζουν τους άδειους δρόμους μετά το σιωπητήριο πίσω από κλειστά παράθυρα. Σιχάθηκα. Σε ξεβολεύω; Κάτι μου φταίει. Τίποτε δε μου φτάνει. Να ζήσω θέλω. Κι άλλο. Κι άλλα. Και ξαναγυρνάω πίσω στην αρχή και το πιάνω πάλι και ψάχνω. Ψάχνω. Μη σκέφτεσαι άλλο, κάνε. Νιώσε, μίλα φώναξε ρε. Τόλμα να σε χάσεις για να σε ξαναβρείς ολοκαίνουργιο, αγνώριστο και πού ξέρεις.

Πιο πολύ μπορεί να σ’ αρέσεις έτσι. Άκου. Ανέβηκα χτες κάπου ψηλά. Εκεί που ερωτεύτηκα με όλη την ψυχή μου κάποτε. Ανέβηκα να δω το ηλιοβασίλεμα και με βρήκε η ανατολή. Με κάτι οινοπνευματώδες στο ένα χέρι κι ένα από τα όσα τσιγάρα να καπνίζει στο άλλο χωρίς να το καπνίζω εγώ. Στεγνός ο λαιμός μου κι εγώ δεν ήξερα αν έφταιγε η αφυδάτωση ή το ότι ανέπνεα απ’ το στόμα γιατί είχα μπουκώσει. Από λύπη για ό,τι λείπει κι από σκέψεις. Ναι καλά κατάλαβες. Είναι που με πήραν τα κλάματα. Αυτά τα πιο επικίνδυνα τα χωρίς ήχο.

Μη με ρωτάς. Δεν αντέχω τον κόσμο. Ούτε εκείνος εμένα. Να ζήσεις, αυτό σου λέω μόνο. Ζήσε. Δε θα σου πω να μη φοβάσαι. Άπειρες φορές μάγκα έχω χεστεί απ’ τον φόβο μου. Ξες τι θα σου πω; Να φοβάσαι αλλά να μη σε νοιάζει. Να μην τον ακούς τον πούστη τον φόβο. Αυτός είναι πίσω απ’ όλα. Από ανεκπλήρωτους έρωτες, από πουτάνες κοινωνίες, από σάπια συστήματα, από συμβιβασμένες ψυχές. Απ’ όλα αυτά τα χιλιοειπωμένα. Φόβος. Ο Φόβος. Φύγε τώρα.

Έχε έναν έρωτα να σε τραβάει απ’ τα μαλλιά μα εξαρτημένος μη δέχεσαι να είσαι. Ούτε απ’ το μυαλό σου. Αυτό. Αυτό. Το χειρότερο ναρκωτικό κι η πιο άπιαστη δυνατότητα απελευθέρωσης. Ελευθερίας. Ζήσε. Φύγε τώρα.