at a glance
Top

Πώς αντέχεις;

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου

μυστήρια πλάσματα

Πάλι κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους, πάλι χωμένη στην οθόνη του υπολογιστή με τα γυαλιά κρεμασμένα στη μύτη της, πάλι χαμένη ανάμεσα στα αρχεία της που έχουν γίνει λαβύρινθος τελευταία και όλο τη μπερδεύουν. Κι ο χρόνος να περνά χωρίς να της μιλάει, ούτε καν να τη σκουντάει λίγο, μπας και σηκώσει κεφάλι.

Ευτυχώς την ησυχία του σπιτιού της διαταράσσει ο ήχος του τηλεφώνου. Σηκώνει τα μάτια να βρουν το ρολόι, πώς πέρασε πάλι η ώρα, ποιος να είναι, τι θέλει;

Σκέφτεται να το αγνοήσει για τώρα, να το δει αργότερα, να μην χάσει τον ειρμό της δουλειάς. Μετά σκέφτεται πόσες φορές το «αργότερα» έγινε «αργά» και δεν πήρε ποτέ πίσω, και σηκώνεται.

Πιάνει το τηλέφωνο, βλέπει το όνομα, χαμογελά. Όχι πολύ. Χαμογελά με εκείνο το μισό, το ασύμμετρο χαμόγελο, που κάνει μόνο το ένα λακκάκι να αχνοφαίνεται στο μάγουλό της.

«Τι κάνεις;» μια φωνή τη ρωτάει, και το εννοεί. Και είναι από τις λίγες φορές που ένα «τι κάνεις» κρύβει τόσο ενδιαφέρον, τόσο νοιάξιμο. Μη σου πω κι αγάπη ότι κρύβει!

Πώς γίνεται η φωνή να έχει χρώμα; Κι αν έχει, τι χρώμα είναι; Σίγουρα θερμό. Νομίζω χρυσό, γιατί έτσι βάφτηκε το δωμάτιο. Οι τοίχοι, οι κουρτίνες, οι σκιές. Χρυσές λωρίδες το έβαψαν και το έκαναν πιο ζεστό. Τι κι αν είναι σούρουπο; Τώρα έγινε πιο ζεστό, μόλις η φωνή χάιδεψε τα αυτιά της. Ανοιχτή ακρόαση και ηχείο στο τέρμα. Να χορτάσει όλο το δωμάτιο φωνή.

Πώς γίνεται η φωνή να έχει άρωμα; Κι αν έχει; Τι άρωμα είναι; Νομίζω η κάθε φωνή έχει το άρωμά της. Αυτό που πήγε και τρύπωσε και σφηνώθηκε στη μνήμη, την πιο δυνατή στιγμή. Το βρεγμένο χώμα από εκείνη τη βόλτα. Το μαλακτικό από τα σεντόνια. Η μυρωδιά από το τζάκι του σπιτιού. Το μίγμα βοτάνων που πίνει κάθε απόγευμα. Το πορτοκάλι που σου στύβει κάθε πρωί. Το άρωμα που σε μεθά κάθε φορά που πλησιάζεις το λαιμό. Η πούδρα.

Για λίγα λεπτά είναι αλλού, θυμάται στιγμές που πέρασαν , ονειρεύεται όσες θα έρθουν, όταν θα ξανασμίξουν. Το ξέρει, είναι δύσκολο το «μακριά», δύσκολο το «μόνος». Δύσκολα αντέχεις την απόσταση, δεν χωνεύεται ποτέ. Το ξέρει. Ξέρει όμως πως κι η απόσταση, όπως κι ο χρόνος, είναι σχετική. Άλλες φορές ποσά ανάλογα, άλλες αντιστρόφως. Κάποιες φορές μεγαλώνουν μαζί, μοιάζουν και τα δυο απέραντα. Άλλες πάλι όσο ο χρόνος κυλά και το διάστημα μεγαλώνει, τόσο η απόσταση μικραίνει. Και το αντίθετο. Όσο η απόσταση μικραίνει, ο χρόνος φεύγει πιο γρήγορα μέσα από τα χέρια της. Μπερδεύτηκε. Ποτέ δεν ήταν καλή στα μαθηματικά, άλλωστε. Δεν της ταιριάζει αυτός ο τρόπος σκέψης.

Λίγα λεπτά, δυο κουβέντες, ένα γέλιο και μια φωνή κατάφερε να γεμίσει όχι μόνο το δωμάτιο, το σπίτι ολόκληρο. «Να προσέχεις», κλείνει η φωνή, και αυτό το στοργικό «να προσέχεις» δε συγκρίνεται με όλα τα «σ’ αγαπώ» του κόσμου.

«Πώς αντέχεις;» τη ρωτάνε πολλοί.

«Πώς να μην αντέχω;»  απαντά γελώντας. Και αυτό το χαμόγελο είναι ολόκληρο, τόσο μεγάλο που φαίνονται καθαρά και τα δυο λακκάκια.

Πώς γίνεται να μην αντέξεις όταν μετράς τις μέρες για να ξανασμίξεις;