at a glance
Top

τα πολλαπλάσια του μηδενός

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Τώρα πια έχω για κρεβάτι μου τον τριθέσιο καναπέ. Εκείνον, με τις τέσσερις εμπριμέ μαξιλάρες που έδεναν με το καφέ-γκρι βελούδινο ύφασμά του. Εκείνον τον καναπέ που τον καμαρώνει χρόνια τώρα, απέναντί της, η τηλεόραση. Πόσα έχει δει τούτη η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια! Τώρα πια έχω για σπίτι ολόκληρο κείνον τον καναπέ, που συνορεύει με τον πάγκο της κουζίνας. Είναι απίστευτο πόσους άχρηστους χώρους έχει ένα σπίτι. Πόσο φλύαρα διακοσμημένο μπορεί να είναι και πόσο αισιόδοξος είναι-ματαίως- ένας άνθρωπος στο ξεκίνημα της ζωής του. Αναρωτιέμαι καθημερινά την χρησιμότητα των τόσων δωματίων, του μεγέθους τους, την ύπαρξη της επίσημης τραπεζαρίας, των απλωμένων μπαλκονιών… Τώρα πια από τον καναπέ μου έως τον απέναντι τοίχο, δυόμιση βήματα όλα κι όλα, μπορώ να χωρέσω τη ζωή μου άνετα. Έχω μαζέψει τα μικροαντικείμενα, τα μπιχλιμπίδια, τα κάδρα, τις φωτογραφίες όλες, κι έτσι ανασαίνω καλύτερα. Τώρα πια τα σάλια μου στάζουν, μεσημέρια και βράδια, πάνω στις μαξιλάρες. Τα όνειρά μου-συνήθως εφιάλτες- τυλίγονται απ’ την πικέ κουβέρτα με τα κρόσσια. Το σεντονάκι που άπλωσα πάνω στον καναπέ, συχνά πυκνά, γεμίζει ψίχουλα. Λεκέδες σάλτσας, ελαιόλαδου, κρασιού, κι  ελαφριά σημάδια από τις καύτρες μου, του έχουν δημιουργήσει ένα μοτίβο που συνεχώς αλλάζει μορφή. Αναπροσαρμόζεται, αναπροσδιορίζεται. Τώρα πια έχω ξεκρεμάσει μαζί με τις κουρτίνες μου και τις φωνητικές μου χορδές. Δεν είναι στ’ αλήθεια περίεργο; Κάποτε δεν άντεχα ούτε ημέρα χωρίς κουρτίνες στο σπίτι. Τις πλέναμε το βράδυ και τις ξαναπερνούσαμε μέχρι το μεσημέρι το αργότερο. Κάποτε δεν άντεχα την ησυχία και τραγουδούσα σα τζουκ μποξ με κέρμα τη διάθεση. Τώρα πια η ζωή στο καινούργιο μου σπίτι-κρεβάτι είναι ολότελα βουβή. Η τηλεόραση παίζει αραιά και που, στο ίδιο κανάλι δίχως ήχο. Ίσως, τώρα πια, να μην είμαι εγώ.

Κείνο το βράδυ του Σαββάτου επέστρεψα λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Η Χαϊδούλα είχε αφήσει  δυο ποτήρια ξινόμαυρο κρασί μπροστά στον μπουφέ. Λίγα καλογυαλισμένα Στάρκεν μήλα , δυο πορτοκάλια Σουλτανί του Φόδελε στη φρουτιέρα. Εκείνα τα κρητικά, τα αφαλόσχημα στο κάτω μέρος τους, τα ζουμερά. Ένα κερί μπροστά στον οβάλ καθρέφτη. Σκιές παράξενες γύρω μας. Στα ταβάνια άλλο τόσο. Μόλις είχε βγει από το μπάνιο και το σπίτι μοσχομύριζε αφρόλουτρα, σαμπουάν, γαλακτώματα, και το άρωμά της τσίριζε μες τα ρουθούνια μου. Ανάμεσα σε χίλια θα το ξεχώριζα. Υγρή η ίδια ακόμη και οι υδρατμοί από το σώμα της το ‘σκαγαν  γι’ αλλού. Σε λαδομπογιατισμένες πόρτες, σε τζάμια, στα γυαλιστερά πλακάκια της κουζίνας. Υγρά κι εκείνα πια.

Κείνο το βράδυ του Σαββάτου ήταν που κάναμε τελευταία φορά έρωτα.

Η αλήθεια είναι πως είδα δυο βαλίτσες στην άκρη, επιστρέφοντας. Δεν πήγε ο νους μου. Επίσης, μεγάλη αλήθεια είναι ότι  τα τελευταία χρόνια σπάνια βρισκόμασταν. Κάτι είχε σπάσει. Κι ακόμη μεγαλύτερη αλήθεια είναι ότι κάθε Σάββατο με μόνιμη δικαιολογία την δουλειά, περνούσα μαζί με τον συνάδελφό μου από κάτι μπουρδέλα, για ένα διωράκι, έτσι για να ξεδώσουμε. Η μόνη μου αμαρτία;

Την Κυριακή εκείνη ξύπνησα μόνος. Σηκώθηκα μόνος. Έκανα ντουζ μόνος και ξέπλυνα, ο έρμος, την προηγούμενη βραδιά από πάνω μου. Ήπια καφέ μονάχος. Βάσανο βαλσαμωμένο του μοναχού ο καφές. Είτε πικρός, είτε γλυκός. Έπειτα από ώρες έψαξα την Χαϊδούλα στο κινητό της. Μου έστειλε λίγο αργότερα ένα μακροσκελές μήνυμα. Πρέπει να το ετοίμαζε καιρό. Πολλά από τα γραφόμενά της μου τα είχε ξαναπεί. Κάπως κομψά τότε, κάπως συγκαλυμμένα.

Έφυγε, λέει, να πάει να ξαναβρεί τον έρωτά της τον μεγάλο… Κι εγώ, τι;

Έφυγε, λέει, να ζήσει επιτέλους… Μ’ εμένα, δεν;

Τα πολλαπλάσια του μηδενός, μηδέν πάντα θα βγάζουν, έγραφε. Ο χρόνος δε διακόπτεται. Αυτός μας κυβερνά. Μαζί του, λέει, πια θα τρέχει. Κι έφυγε και γυρισμό δε θα ‘χει ετούτο το φευγιό.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου ήταν η αυτοεξορία μου από το κρεβάτι στον καναπέ. Ξέρεις, αυτό που δεν άντεχα, ήταν η μυρωδιά της σε κάθε σκέπασμα, σε κάθε σεντόνι. Στο μαξιλάρι της κυρίως! Διόγκωνε μέσα μου την απουσία της τόσο, που πίεζε ασφυκτικά το δικό μου είναι, ώστε να ξεχειλίζω τόσο ενοχές, όσο και αισθήματα που είχα από καιρό λησμονημένα. Και δεν ήταν ότι με ενόχλησε αυτή καθαυτή η αυτοεξορία μου. Όχι. Όσο πραγματικά με ενόχλησε εκείνη η λίστα από τα ψώνια της Χαϊδούλας, που έμεινε κολλημένη στο ψυγείο, κάτω από το άθλιο μαγνητάκι-σουβενίρ από τις διακοπές μας στη Ιθάκη, όπου έγραφε… 1lt πλήρες γάλα κι 1 ελαφρύ, 1 Mellisa Νο6 κι 1 κοφτό ολικής, 2 πασσάτες, 1 Colgate και μία ομοιοπαθητικής(από το φαρμακείο), 1 αφρόλουτρο για τον Θέμη και 1 γαλάκτωμα σώματος για ‘μένα, 2 κιλά πατάτες, 2 κιλά ντομάτες, 2 κιλά κρεμμύδια κόκκινα.

Όλα πλέον θ’ αλλάζανε. Θα διαγράφονταν διαπαντός το γάλα το διαιτητικό, το κοφτό ολικής, η ομοιοπαθητική οδοντόκρεμα, το γαλάκτωμα σώματος, και όλα τα δύο θα στριμώχνονταν στο στενό μου ένα. Κι αν υπάρχει κάτι που μου ρήμαξε τα σωθικά, είναι ότι η Χαϊδούλα -και τούτο το κατάλαβα το ίδιο βράδυ Κυριακής- δεν είχε άδικο. Διότι η Χαϊδούλα, είχε το θάρρος να πει στην Αγάπη την αλήθεια της. Και τούτο μόνο αμάρτημα δε λέγεται. Μόνο για προδοσία δε λογίζεται. Οι πραγματικοί οι έρωτες, νόμους δε δέχτηκαν ποτέ!

Τώρα πια έχω για κρεβάτι μου τον τριθέσιο καναπέ. Τον χρόνο και τις μέρες μετρώ σε στρώσεις σκόνης στο πίσω μέρος της τηλεόρασής μου. Και μόνο για ένα μετανιώνω. Για τις δικές μου αλήθειες, που κάτω από βαριά χαλιά παράχωνα καιρούς. Για τούτο μόνο… και λίγο, δεν το λες.