at a glance
Top

‘Δεν ποθώ την ψυχή σου, ποθώ το ωραίο σου, φθαρτό κορμί’

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Στο 'Περλιμπλίν και Μπελίσα' στο Θέατρο Τ, από τους 'Oberon'

Στο θέατρο Τ, το θέατρο δωματίου ακουμπά αρχές του’30. Σε μια ιστορία έρωτα, άδικου πάθους και κόκκινου. Αυτού του κόκκινου που σημαίνει πολλά. Και φωτιά. Και ποίηση. Και αμετάνιωτο. Και ηδονή. Σε ένα μπαλκόνι ξεκινάνε όλα, για λίγες ακόμα παραστάσεις, για τους Oberon.
Σε ένα μπαλκόνι με θέα το προμελετημένο τέλος.

«Αγάπη, αγάπη, μέσα στη καρδιά μου σπαρταράς,
σαν πουλί σκλαβωμένο.
Αγάπη, αγάπη, μέσα στο αίμα μου κυλάς,
σαν ποτάμι αφρισμένο»

Η μοναξιά του Περλιμπλίν, μαζί με την οικονόμο και τα βιβλία, αυτό το «παντρέψου πριν πεθάνεις» στοιχειώνουν το μυαλό. Πλούσιος, ηλικιωμένος και μόνος, ο Περλιμπλίν ερωτεύεται από μια φωνή την Μπελίσα και εκείνη τον παντρεύεται-κατ΄υπόδειξη της μητέρας της.
Η κοινωνική ανύψωση και το να είναι ποθητή πάντα ο στόχος. Να με θέλουν…να με θέλουν….μα φταίω εγώ που με θέλουν;

«Σε παντρεύτηκα…γιατί έπρεπε να σε παντρευτώ, αλλά δεν σ΄ αγαπούσα. Δεν μπορούσα να φανταστώ το κορμί σου, ως τη στιγμή που το είδα γυμνό από την κλειδαρότρυπα-την ώρα που έβαζες το νυφικό σου. Τότε μόνο κατάλαβα ότι σ΄ αγαπώ. Μόνο τότε. Σαν μια βαθιά μαχαιριά στο λαιμό μου»…

Πρώτη φορά ευτυχισμένος…Διονύσης Καραθανάσης, Ιωάννα Λαμνή, Δήμητρα Πάσιου, Σοφία Σασλή αποτελούν το θίασο που ανέβασε Λόρκα σε σκηνοθεσία Αλέκου Σπυριδάκη. Με την επιμέλεια της κίνησης από τη ταλαντούχα Μαριάνθη Ψωματάκη και την πρωτότυπη μουσική του Μιχάλη Γούτη, ο έρωτας πέφτει σε παγίδα.
Πρώτη νύχτα γάμου θα πει προσωπική μοναξιά που ψάχνει το μαζί. Και σε αποπλανεί το κατακόκκινο.
Μυστηριωδώς, όλα στο κόκκινο, όλα στο πυρ και το κορμί σου τόσο ίδιο, σαν αυτό που δεν φανταζόσουν. Εξορία στη καρδιά. Ξένος τόπος το αίσθημα, αίφνης. Η προδοσία δηλώνει παρουσία και γραπώνεται επάνω στη Μπελίσα. Αφήνει σημάδια ανεξίτηλα και σκιά στο «φεύγα».

«Αγάπη, αγάπη,
κουράστηκα να σε περιμένω.
Δωσ΄ μου το χέρι σου το ματωμένο.
Αγάπη, αγάπη.
Ποια χαραυγή θα σε ξαναφέρει,
μ΄ ένα αστροκέντητο πικρό μαχαίρι;
Αγάπη, αγάπη,
στο περιβόλι που σε προσμένω
στείλε τ’ αηδόνι σου το δακρυσμένο».

Στην Φλέμινγκ ο έρωτας πέφτει στο κενό… «Ακόμα δεν κατάφερα να τον δω. Όταν βγαίνω περίπατο στη δεντροστοιχία, όλοι οι άντρες με παίρνουν από πίσω. Όλοι-εκτός από ‘κείνον! Το πρόσωπό του θα είναι ηλιοκαμένο και τα φιλιά του θα μοσχοβολάνε και θα καίνε μαζί, σαν τη ζαφορά και το γαρύφαλλο. Μερικές φορές περνάει κάτω απ’ το μπαλκόνι μου, σηκώνει το χέρι του να με χαιρετήσει και νοιώθω μια γλυκιά τρεμούλα σ΄ όλο μου το κορμί.» Μέχρι να τελειώσει ο Μάρτης και σαν ψέμα πρώτη του Απρίλη μπει, έξι φορές θα πέσεις χαμηλά για την αγάπη κάποιου και έξι φορές θα σηκωθείς. Πάλι. Πεισμώνεις, «μαρτυράς», κυλάς και μετανιώνεις. Κι ο κύκλος πάλι.

Βγες στο μπαλκόνι να δεις. Πάντα μια φωνή, σα λάγνα αμαρτία, σου κυριαρχεί το είναι. Στο κλέβει και «σε γλεντά».
Οι άνθρωποι είναι γραμμές. Δυο γραμμές που συναντά ο ένας- κάθετα- ορθά στημένος αξιοπρεπώς κι ο άλλος οριζόντια στο πάθος του-και τα πατώματα- πεσμένος. Κι ακουμπάνε. Κι ο Λόρκα τους χαμογελά σαρκαστικά…

«Η ψυχή είναι για τους αδύνατους, για τους σακατεμένους ήρωες, για τα κορμιά τ’ αρρωστιάρικα. Οι όμορφες ψυχές είναι στις όχθες του θανάτου, πάνω από κάτασπρα μαλλιά και χέρια ρυτιδωμένα. Μπελίσα, δεν ποθώ την ψυχή σου, ποθώ το ωραίο σου, το φθαρτό σου κορμί, που τρέμει σε κάθε άγγιγμα»…
Αχ, έρωτα, βγάζεις τις πρόκες απ΄ τα χέρια των ανθρώπων, τους πετάς ψηλά κι ύστερα τους αφήνεις να αγναντεύουν μπροστά σε γκρεμούς…
Αχ, έρωτα, βγάζεις τις πρόκες απ ΄τα χέρια των ανθρώπων, πάλι τους πετάς ψηλά κι ύστερα τους αφήνεις να αγναντεύουν μπροστά σε γκρεμούς, δις να μαρτυράνε…
Αχ, έρωτα, βγάζεις τις πρόκες απ΄ τα χέρια των ανθρώπων, τους πετάς ψηλά ξανά και, τρεις φορές το ίδιο λάθος, τους αφήνεις να αγναντεύουν μπροστά σε γκρεμούς… Κι αν πέσουν;
Δικό σας.