at a glance
Top

Ρετρογράμματα: Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* ανάγνωση | νίκη ζερβού */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

Να ζήσεις, για να πεις όσα έζησες

27 Οκτώβρη 2002. Πρεμιέρα στο θέατρο ΠΕΙΡΑΙΩΣ 131. Το επόμενο έργο μετά την τρίχρονη επιτυχία «Βγάλε τον υπουργό από την πρίζα», δεν είναι πλέον διασκευή, αλλά ένα από τα καλύτερα θεατρικά κείμενα των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου.

«Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός», ένα έργο τοποθετημένο στη Θεσσαλονίκη του 1943. Ο Μίμης, η Χριστίνα, ο Βαγγέλης, η Λέλα, η Βικτωρία, ένας πατριώτης και ο Ιακώβ, στην καταπακτή και τον θόρυβο των πολεμικών αεροπλάνων.
Ο «τσίτσιδος» Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος εισβάλει ως Εβραίος κυνηγημένος στο σκηνικό εποχής του Αντώνη Δαγκλίδη. Κι όλα ξεκινάνε, από ένα κρεβάτι που το «αθώο» ζευγάρι έκανε σεξ. Συναγερμός χτυπά, «το βρακί μου, το βρακί μου» κι η απογύμνωση των ανθρώπινων σχέσεων με χιούμορ ξεκινά, καθώς ντύνονται.
Αλέξανδρος Αντωνόπουλος και Μαρία Καβογιάννη, στους «ντυμένους» ρόλους, και σαν βόμβα-ένας Εβραίος στη γειτονιά. Ανάστα ο Κύριος. Όλη η γειτονιά στο πόδι. Και στο μπαούλι του σπιτιού μας, ο Εβραίος.

«Ήμουν στο Άουσβιτς. Μας είπαν ότι πρόκειται για καταναγκαστικά έργα. Κι ο ραβίνος το ‘πε. Στο θάλαμό μας ήταν ένας Βιεννέζος, τραγουδιστής της όπερας. Τα βράδια μας τραγουδούσε «la fleur que tu m’ avais jetee». Μια μέρα πέταξε ένα κομμάτι ψωμί στο θάλαμο των μελλοθάνατων. Το είδαν. Τον πήγαν στην ανάκριση να πει σε ποιόν το πέταξε. Μετά από τρεις μέρες μαρτύρησε. Τότε, τους ‘πιάσαν και τους δυο. Τους έβαλαν στην απομόνωση. Μια εβδομάδα σε έναν χώρο επί ένα. Ούτε να ξαπλώσεις, ούτε να σηκωθείς. Χωρίς φαΐ, χωρίς νερό. Όταν τους έβγαλαν, μας μάζεψαν να τους δούμε. Ήταν σχεδόν τυφλοί από τον ήλιο και σέρνονταν. Έβαλαν μπροστά μας, μια καραβάνα με νερό και τους είπαν: «Όποιος φτάσει πρώτος το νερό, θα ζήσει». Άρχισαν να σέρνονται. Κι όσο πλησίαζαν, άρχισαν να σπρώχνονται. Στο τέλος κλωτσούσαν και δάγκωναν ο ένας τον άλλον. Ο τραγουδιστής δάγκωσε το αυτί του άλλου και του το έκοψε. Ο άλλος λιποθύμησε κι έφτασε πρώτος. Αλλά, όπως ήταν τυφλωμένος από τον ήλιο, δεν έβλεπε το νερό. Τον λυπήθηκα και του έσπρωξα λίγο με το πόδι μου, την καραβάνα…με είδαν. Ξύπνησα μέσα στα σκοτάδια. Έκανα να κουνηθώ. Χτυπούσα σε τοιχώματα. Νόμιζα ότι είμαι σε φέρετρο. Ότι με έχουνε θάψει ζωντανό. Μετά κατάλαβα ότι ήμουν σε κάτι που κινείται. Τραίνο. Σε ένα κιβώτιο. Μέσα στην τσέπη μου, βρήκα αυτό το χαρτάκι, που λέει «προσπάθησε να ζήσεις. Να ζήσεις, για να πεις όσα είδες εδώ». Και το τρένο με «εγκατέλειψε» σε μια αποθήκη. Στα Λαδάδικα».

Φλαμούρι, βεντούζες και η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου να κλέβει τη παράσταση. Μαζί ο Κώστας Κόκλας και η Καίτη Κωνσταντίνου. Πολύ μπροστά η παράσταση, για τα -τότε- mainstream δεδομένα. Αχ! Τί σύνθημα να βάλουμε να βγαίνεις; Εκείνο το τραγούδι που λέει «έχει ο έρωτας μεράκια. Χαρές, πικρά φαρμάκια. Γέλια, δάκρυα, συμφορές. Ζήλιες, υπέροχες θυσίες. Τρελές ανησυχίες, σκοτωμούς, πολλές φορές»;… Παιδί δεν έχει αυτό το ζευγάρι και παιδί λες και μπήκε να ζει μέσα στο ντουλάπι. Καταδικασμένος στο σκοτάδι του δύστυχου.

«Ο πατέρας μου κι ο αδερφός μου, ο Μωρίς, ήταν στον ίδιο θάλαμο. Όταν κατάλαβαν ότι είναι πατέρας και γιος, έκαναν ένα από τα συνηθισμένα τους παιχνίδια. Έδωσαν στον αδερφό μου ένα μαδέρι και του είπαν «αν θες να ζήσεις, πρέπει να σκοτώσεις τον πατέρα σου με αυτό το ξύλο». Και τότε, ο μπαμπάς μου έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε τον αδερφό μου. «Χτύπησε με, Μωρίς, χτύπησε με παιδί μου»!

Παράσταση-κέντημα, να τρέχει ο Παπασπηλιόπουλος ανάμεσα στο κόσμο να κρυφτεί, να ακούγεται η Βέμπο από τα ηχεία…»κλαις, αν το σκεφτείς ότι μπορεί να ΄ρθει η στιγμή, να μην πονώ για σένα». Σωστά κοστούμια από την Έβελυν Σιούπη-όπως πάντα. Και γέλια. Πολλά γέλια, γλυκόπικρα, κι αν δεν του φαίνεται.

Μικρός νόμιζα ότι τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός. Ο μπαμπάς και η μαμά προσεύχονται και ένας πελαργός φέρνει στο ράμφος του, ένα μοσχομυρισμένο μωράκι.

Αχ! Έφοδος ο πατριώτης στον Μίμη:

Mίμης: Eγώ σχέσεις με Γερμανούς; Εγώ είμαι ήρωας πολέμου. Έχασα το πόδι μου στην Αλβανία. Εγώ έκρυβα έναν Εβραίο στο σπίτι μου.

Πατριώτης: Φουνάζ΄του μπαούλου Ιακώβ.

Mίμης: Ναι είναι Εβραίος, ο Ιακώβ.

Πατριώτης: Απόδειξ’ ίχεις;

Mίμης: Το πέος του.

Πατριώτης: Του ποιό;

Mίμης: Το πέος του. Είναι περιτμημένος.

Πατριώτης: Πιπερωμένους;

Mίμης: Περιτμημένος, χριστιανέ μου. Έχει κάνει περιτομή.

Πατριώτης: Τί είν΄η πέους;

Mίμης: Το πέος. Το πουλάκι του. Το τσουτσούνι του.

Πατριώτης: Τουν πούτσου του λες;

Mίμης: Αυτό.

Πατριώτης: Άι, ντρέπιτι ου Ιακώβ. Για φέρτι του κόσκινου. Για δειξ΄ τουν πούτσου σ΄, ρε.

Και οι ντροπές πια δεν υπήρχαν. Και μέσα σε όλο τον ορυμαγδό γέλιου, σπάσανε νερά. Κατσαρόλα και ζεστό νερό, στο τέλος του δεύτερου μέρους της παράστασης. Άνοιξε, μαρή, τα πόδια καλά. Γεννάμεεεεε!Η άμωμος σύλληψις. Ένα έργο- παράσημο στην πορεία του διδύμου Ρέππα- Παπαθανασίου. Με ουρές, νέους πρωταγωνιστές που μόνο επιτυχίες έκτοτε πράττουν, και εδραίωση ενός «μπροστάρικου», από τα παλιά, κειμένου. «Όταν ο άγγελος θέλει να στείλει μήνυμα χρησιμοποιεί το χέρι ενός ανθρώπου». Θέσφατο.