at a glance
Top

στην συναυλία του Βασίλη και του Λαυρέντη

Καλοκαίρι στην πόλη, φίλε, θα πει απαλεψιά. Το θερμόμετρο στα ύψη, οι φίλοι φευγάτοι στη Χαλκιδική κι εσύ χωμένος στα άγχη, τα διπλοπαρκαρίσματα, τις μπύρες της γειτονιάς, τα μουντιάλ του μπαλκονιού. Μια αφίσα στη στροφή και η επιλογή μία. Στέλνω φωτό στο viber την αφίσα στον Λευτέρη και η απάντηση μία…»μαλάκα, τράβα να βγάλεις εισιτήρια, θα γίνει χαμός». Και έγινε!

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

Ροκιάς και Αγάπης γωνία

Λαζαριστές φουλ του φίσκα.
Ο Βασίλης κι ο Λαυρέντης σε ένα πάρτι τραγουδιού. Μαζί τους η Μιρέλα Πάχου. Ροκάρουν, γουστάρουν, αλληλοπειράζονται, γίνονται ένα με το κόσμο. Κι ο κόσμος μπύρα τη μπύρα, να τραγουδά δυνατά, να πίνει τη μία μπύρα πίσω την άλλη (δεν ξέρω αν το ανέφερα), λόγω του τραντάγματος από το χορό να λούζεται από ζυθοειδώς (να τη, πάλι η μπύρα)! Γενικώς, το θέμα μπύρα έπαιζε, όσο έπαιζαν κι οι νότες!

«Ήταν ένας γάτος, μαύρος πονηρός»….»Τσε Γκεβάρα», «Διδυμότειχο Μπλουζ» με ξεκούρδιστη κιθάρα…αχ, μάγκα μου, η νύχτα είναι ασταδιαλαολαεγωκιαλλοςκανείς.
«Ρίξε κόκκινο στη νύχτα» κι ο Λαυρέντης θεός…»δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε, είναι μικρός Τιτανικός», την παίρνω τηλέφωνο δεν το σηκώνει-μια αφιέρωση-που να ΄ναι άραγε, το κέρατό μου, το «τερατάκι της τσέπης»;

Η Μιρέλα να μου λέει «μίλα ρε» κι εγώ να τραγουδάω «Μιρέλαααα». Ο Βασίλης, ο βασιλιάς του ροκ, να τραγουδάει «δεν πάει άλλο» και ο κόσμος να τραντάζεται «σαν καράβι έξω από το νερό» που σέρνεται γραντζουνώντας τις χορδές της ασφάλτου.
«Ένοχος χωρίς αιτία» ο Παπακωνσταντίνου δεν σταματά να γκαζώνει και βιολιά και ηλεκτρικές κιθάρες από δίπλα-στο καζάνι της κόλασης χώθηκα και με το κολλητό τσιγάρο το τσιγάρο, ντάγκλες μπροστά στο Θεό πρέπει να ΄κανα. Όλα στο ζενίθ, «για ένα κοστούμ’ , ταρατατζούμ»! «Ένας ροζ πάνθηρας που τρέμει και γέλα»…η μία τραγουδάρα πίσω από την άλλη. «Γεννήθηκα σε ένα χωριό, Τετάρτη μεσημέρι…πώς είναι έτσι το παιδί και τί μεγάλη μύτη». Μύτη σου και καμάρι, Βασίλη! Αειθαλής ροκάς, άτρωτος κι αγέρωχος ο Βασιλάρας!

Και σκάει στο stage από πίσω ο Λαυρέντης κι αρχίζουν παρέα «πριν το τέλος, πως μοιάζει γιορτή σαν αγάπη μεγάλη». Κι εγώ που ζω, ακόμα εδώ, κι όλο φεύγω το τέλος πριν να δω, ρίχνω ένα βλέμμα ψηλά στον ουρανό κι ανατριχιάζω από χαρά. Τα ηνία παίρνει ο Λαυρέντης και «πεθαίνω για σένα». Κι όσο στέλνω στο κορίτσι μου sms «δεν ΄πα να είσαι ψέμα, εγώ σε λέω αγάπη», ο Βασίλης από πάνω τραγουδά για «Γουίλι, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί», μια κοπέλα από δίπλα όσο χορεύει, σκίζει τη μπλούζα από λάθος και να ΄σου το πρώτο ημίγυμνο όοοχι σε κάποια ακτή, αλλά στης Μονής μέσα το κέντρο.

Πιανόμαστε αγκαλιά με το Λευτέρη από τους ώμους «και τί ζητάω, τί ζητάω, μια ευκαιρία στον Παράδεισο να πάω» και πίνουμε μπύρες και τραγουδάμε, και στρίβουμε τσιγάρα και η νύχτα ποτέ δεν θα τελειώσει. «Δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί, ή μ΄άλλον στο κρεβάτι το αλλάζεις»…ο Τούρκος, ο «Μαχαί» κι ο Μπιλάρας!

Κι ανεβαίνουν όλοι πάνω στη σκηνή κι αρχίζουν το «Πόσο σε θέλω» κι εγώ με τον Λευτέρη είμαστε «στην άκρη του απείρου, σε μια στιγμούλα του ονείρου». Κι αρχίζει ο Βασίλης «αυτών που πάντοτε την τρώνε από πίσω» και οι χιλιάδες του κόσμου με όλη την ορχήστρα και την τριάδα της ροκιάς στέλνουμε «χαιρετίσματα στην εξουσία». Και όλοι μαζί δίχως μουσικά όργανα τραγουδάμε «γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον».

Αχ! Ήταν εκτόνωση τραγουδιού αυτή η νυχτιά. Μια σφραγίδα ροκιάς στον Ιούλιο που χάραξε καρδιά με αρχικά το βήτα και το λάμδα.